Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2011

Μαμά & Κόρη: 2 γενιές, 2 πατρίδες, 2 κόσμοι...

Πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό "Εψιλον", Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 2008.



Η μετανάστευση προς ανεύρεση μιας καλύτερης ζωής, πέρα από τα γραφειοκρατικά βάσανα που επιφέρει, είναι συνήθως και μια μεγάλη οικογενειακή δοκιμασία. Οι Έλληνες gastarbeiter στη Γερμανία, ας πούμε, όταν δεν μετρούσαν και ξαναμετρούσαν το πρωτόγνωρο, φρέσκο χρήμα, και όταν δεν σχεδίαζαν την επόμενη, οικογενειακή επίσκεψη «στην πατρίδα», έσερναν τα ταλαίπωρα τέκνα τους, (και αυτό δύναμαι να σας το γράφω από προσωπική εμπειρία) σε φασαριόζικες «ελληνικές βραδιές» για να κάνουν παρέα με άλλα ελληνάκια. Πράξη συνειδητή, που πήγαζε κυρίως από τον διαπεραστικό φόβο της ελληνίδας μάνας, μην σπάσει ο διάολος το ποδάρι του και ταιριάξει το παιδί με κάναν ξένο. Μην αγαπήσει γερμανό και ξεμείνει εκεί- στην κρύα ξενιτιά …
Στη ζεστή, τώρα, Ελλάδα η δεύτερη γενιά μεταναστών είναι πιτσιρίκια που δεν τα ξεχωρίζεις καν στο δρόμο, συχνά, -από αγνό ζήλο και φιλοδοξία- αποτελούν τους καλύτερους μαθητές και κάνουν παρέα κυρίως με ελληνάκια. Τα βλέπουμε, μεικτά μπουλούκια με τους σχολικούς σάκους, καθημερινά στα Goodys και στο μετρό. Αυτό που δεν βλέπουμε, ωστόσο, είναι τα όσα διαδραματίζονται όταν γυρνάν, μετά από λίγο, σπίτι τους. Όταν πάνε πίσω, λοιπόν, στη μαμά τους...



1. Γεωργία (Κα Μάγια και Καισαρεία)

Είναι μεσημέρι και η δεκατετράχρονη Καισαρεία, με το που ακούει τη μαμά να επιστρέφει απ’την δουλειά, κλείνει γρήγορα την τηλεόραση. Με σβέλτες κινήσεις στρώνει το τραπέζι και γεμίζει τα ποτήρια μας νερό. Καθόμαστε αντικριστά και η μαμά της είναι αποκαμωμένη, στο πόδι από τα χαράματα. Αυτό είναι το διάλειμμα της πριν ξαναπιάσει, το απόγευμα, δουλειά: Καθάρισμα σε σπίτια, σκάλες σε πολυκατοικίες, φροντίδα σε ανήμπορους γέροντες. Απ’ όταν απέλασαν τον σύζυγο της, πρόπερσι, η ίδια είναι ο «άντρας του σπιτιού».

Και η κόρη της, η γλυκιά και σοβαρή Καισαρεία, κάθεται πλάι της και προσπαθεί να την ξεκουράσει. «Την μεγαλώνω με τον αυστηρό, ίσως σκληρό, γεωργιανό τρόπο ανατροφής. Έτσι, όμως, μεγάλωσα και γω και μόνο αυτόν ξέρω», διευκρινίζει η Μάγια. «Της μαθαίνω να μην λέει ποτέ ψέματα, να σέβεται τον εαυτό της, να δίνει ακόμα και όταν δεν έχει. Όταν, πάλι, χρειάζεται, την τιμωρώ σκληρά». Η Καισαρεία δίπλα της, γνέφει. Συμφωνεί.

Στο σχολείο, όμως, όλα αυτά δεν την βοηθάνε απαραίτητα. Από ένα Γυμνάσιο έφυγε γιατί τα παιδιά την κορόιδευαν «θεούσα», ενώ σε αυτό που πάει τώρα, δυσκολεύετε τρομερά να βρει φίλες. «Επειδή έχω μεγαλώσει με μια άλλη ηθική», μου εξηγεί η μικρή, «και δεν δέχομαι να κάνω όσα κάνουν τα ελληνάκια. Να μιλάω και να κοροϊδεύω εν ώρα μαθήματος, ας πούμε. Έτσι δεν δείχνεις σεβασμό απέναντι στον εαυτό σου, στον δάσκαλο και στους συμμαθητές. Καταλαβαίνω, μεν, τα παιδιά που το κάνουν, περνάνε την εφηβεία τους, αλλά αρνούμαι να τα μιμηθώ», συνεχίζει.
Παλιά, τουλάχιστον, ταίριαζε με τις γεωργιανές κοπέλες που συναντά τις Κυριακές στο σύλλογο τους, αλλά πλέον έχουν αλλάξει και αυτές, λέει. Ντύνονται προκλητικά, βγαίνουν ως αργά, δεν κοιμούνται σπίτια τους, δεν επικοινωνεί πια ούτε με εκείνες…

Έτσι η μοναχική έφηβη περνάει τα απογεύματά της, όλες τις ώρες που η μαμά δουλεύει, μπροστά στην τηλεόραση. «Μαλώνουμε γι’ αυτό», λέει η κυρία Μάγια, «αλλά ας μην γελιόμαστε: Η τηλεόραση είναι η μόνη της παρέα. Και από το να τριγυρνά στους δρόμους, είναι σαφώς προτιμότερο».

Η μικρή με παραξενεύει αρκετά όταν μου λέει, πως βγάζοντας το σχολείο θέλει να επιστρέψει μόνη της στην Γεωργία για σπουδές. «Για να γνωρίσω την πατρίδα μου. Μετά βέβαια θα γυρίσω στην Ελλάδα. Βλέπεις, φοβάμαι, ότι στη Γεωργία θα διαφέρω και πάλι. Ίσως, μάλιστα, εκεί να διαφέρω ακόμα περισσότερο, απ’ όσο διαφέρω εδώ…», λέει σκεπτική, λίγο πριν παρατηρήσει πως το ποτήρι μου άδειασε και ευθύς να πεταχτεί να το ξαναγεμίσει.




2. Ινδίες – (Κυρία Μαργαρίτα και Ειρήνη)


Η γυναίκα με την κόκκινη βούλα ανάμεσα στα μάτια, ξεκάθαρη δήλωση προς άπαντες πως είναι παντρεμένη, νοιώθει εντελώς έξω από τα νερά της. Την έχουμε φέρει, για την συνέντευξη, στον ινδικό σύλλογο όπου εργάζεται η κόρη της, και αυτή κοιτάει τριγύρω σφιγμένη, αδημονώντας να γυρίσει σπίτι της. «Είναι καλύτερο για μια γυναίκα να κάθεται σπίτι της», μου λέει. Με αρκετή προσπάθεια την πείθουμε στη συνέχεια να φωτογραφηθεί. Δεν της αρέσουν οι φωτογραφίες, ντρέπεται, ενώ η δεκαεξάχρονη κόρη της- μες στο ίδιο κάδρο- το απολαμβάνει τρομερά.

Έχουν έρθει από τις Ινδίες με τον άντρα της λίγο πριν γεννηθεί η μικρή. Έκτοτε η κα Μαργαρίτα προσπαθεί, σε αυτή την τόσο διαφορετική χώρα, να εμφυσήσει στην Ειρήνη τις αξίες της πατρίδας τους. Οι βραδινές, ας πούμε, έξοδοι απαγορεύονται δια ροπάλου μου ξεκαθαρίζει, όταν επανέρχονται. Εντάξει, είναι και μικρή ακόμα, της απαντώ, αλλά αυτή γουρλώνει τα μάτια. «Άπαπα! Δεν υπάρχει μικρή και μεγάλη σε αυτό το θέμα! Απλά δεν επιτρέπεται να τριγυρνάει έξω βραδιάτικα! Όταν επισκεπτόμαστε τις Ινδίες, δε, της απαγορεύω και την μέρα να βγαίνει, αν δεν συνοδεύεται από άντρα συγγενή!». Έτσι, ο σύγχρονος τρόπος ζωής της Ελλάδας την τρομάζει πολύ. «Της τηλεφωνώ κάθε τρεις ώρες- στο σχολείο, στα αγγλικά, θέλω να ξέρω ακριβώς τι κάνει και που είναι».

Όσον αφορά τον γάμο, προτιμά η ίδια να της διαλέξει ένα καλό παιδί- ιδανικά κάποιον ινδό, αν και για έλληνα το συζητάει επίσης – για να’ναι σίγουρη... «Εδώ στην Ελλάδα τα μισά ζευγάρια χωρίζουν. Από λάθος επιλογές, και εξαιτίας των γυναικών. Που κοιτάν το άλλο φύλο, που αλλάζουν γνώμες και δουλειές, που βγαίνουν πολύ και δεν προσέχουν τους συζύγους τους. Ή κάνω λάθος;», με προκαλεί με σηκωμένα τα φρύδια.

Η μικρή, τόση ώρα, τσεκάρει τα μαιλ της στο κομπιούτερ του γραφείου, μας ακούει και κρυφογελάει. Κυρίως, γιατί της αρέσουν περισσότερο οι έλληνες άντρες… «Εδώ γεννήθηκα, αυτούς συνήθισα να βλέπω», γελάει πονηρά και η μαμά της κάνει πως δεν το άκουσε. Για την ώρα, πάντως, δεν την πολυαπασχολεί το θέμα…

Έχει την προσευχή της κάθε πρωί στις τέσσερις- ώρα που ανοίγουν στις Ινδίες οι εκκλησίες για τους hindu- το σχολείο, τις ελληνίδες φίλες στα διαλείμματα καθώς είναι πολύ κοινωνική και τα απογεύματα τη δουλειά, ως γραμματέας, σε τούτον τον σύλλογο. «Η μαμά δεν είχε πρόβλημα, επειδή ανήκει στον θείο μας ο σύλλογος. Όταν τελειώσω το σχολείο, δε, θέλω να γίνω αεροσυνοδός! Και θα τα καταφέρω! Έχω αρκετά καλούς βαθμούς», γελάει.

«Αλλά για να επιστρέψουμε στις σχέσεις, τα πράγματα, όταν είσαι Ινδή στην Ελλάδα, δεν είναι απλά…Εδώ, ας πούμε, όταν δύο νέοι τα φτιάχνουν μπορούν να κάνουν ‘τα πάντα’ μεταξύ τους. Σαν ινδή, αν κάνεις ‘κάτι’ πριν τον γάμο με ένα αγόρι, πάει, σε ξέγραψαν! Σε έχει όλη η κοινωνία για φτύσιμο! Και η αδερφή μου, που είναι αρραβωνιασμένη, και δεν σκοπεύει να παντρευτεί για τα επόμενα πέντε χρόνια τουλάχιστον, μου το λέει, πως δεν πρόκειται ως τότε να κάνει τίποτα με τον αρραβωνιαστικό της! Στο σχολείο, όμως, και εννοώ το Γυμνάσιο, όχι το Λύκειο, ξέρεις πόσα τεστ εγκυμοσύνης, πεταμένα στις κοριτσίστικες τουαλέτες, έχω δει;», μου λέει – τη στιγμή που η μαμά κλείνει την πόρτα πίσω της, αναχωρώντας για το σπίτι, χωρίς ν’ ακούσει τίποτα...




3. Γκάνα- (Κυρία Χριστίνα και Ράνια)

Η κυρία Χριστίνα, φορώντας το παραδοσιακό αφρικάνικο φόρεμά της, παρατηρεί από το σαλόνι την κόρη της να μπαίνει στο σπίτι. Η Ράνια λέει ένα γεια, πετάει την τσάντα, αλλάζει, και αρχίζει τα τηλέφωνα. «Πάλι βιάζεσαι;», ξεφυσάει η μητέρα της στρέφοντας το βλέμμα αλλού…
Όταν πρωτοήρθε στην Ελλάδα, 22 χρόνια πριν, σοκαριζόταν καθημερινά με τις συνήθειες αυτής της χώρας: Ο κόσμος έβγαινε μέχρι αργά, τριγύρναγε στην πόλη περασμένα μεσάνυχτα «διασκεδάζοντας» και ξυπνούσε την επομένη το μεσημέρι. Τα κορίτσια φορούσαν ρούχα κοντά, άφηναν το σώμα τους γυμνό και αντάλλασσαν με αγόρια φιλιά δημοσίως. Οι ενήλικες σκεφτόταν μόνο τη δουλειά, λες και τα λεφτά είναι το πάν. Και τα μικρά παιδιά! Ακόμα και αυτά ήταν συχνά αγενή… Ποτέ δεν παραχωρούσαν στο λεωφορείο τη θέση τους στους μεγαλύτερους... Τίποτε απ’ όλα αυτά δεν τα είχε ξαναδεί, δεν τα γνώριζε στην Αφρική.

Τότε, όταν πρωτοήρθαν, η Ράνια ήταν ενός έτους. Σήμερα, στα 23 της, η κόρη της την ξαφνιάζει, όπως την σόκαραν τότε, τα πρώτα χρόνια, οι Έλληνες. Έγινε και η Ράνια «ελληνάκι» - ενώ η ίδια, με τον καιρό, δεν κατάφερε να αποδεχτεί τίποτα. Δεν έκανε ούτε ένα βήμα πίσω.

«Απλά δεν επιτρέπεται», μουρμουρίζει και σήμερα η μητέρα της. «Στην Αφρική, αν μια κοπέλα δουλεύει σε μπαρ, γυρνάει αργά στο σπίτι ή κοιμάται σε φίλες, ο κόσμος θα πει πολύ κακά λόγια. Θα την ξεγράψουν», μου λέει στα αγγλικά…

Παρένθεση. Μάνα και κόρη, μες στο ίδιο σπίτι, προσπαθούν να επικοινωνήσουν σε μια τρίτη γλώσσα. Γιατί η Ράνια δεν έμαθε ποτέ καλά τα γκανέζικα, και η κ. Χριστίνα ποτέ τα ελληνικά. Και ο λόγος, που, παρά την επί δεκαετίες παραμονή της εδώ, δεν τα έμαθε αρχικά με αφοπλίζει.
«Είχα πάει για να ταχτοποιήσω τα χαρτιά μου κάποτε», θυμάται, «και ένας έλληνας υπάλληλος μου είπε πως είναι καλύτερα να φύγω από την Ελλάδα μια και καλή! Έκτοτε, μου έφυγε η όρεξη να μάθω την γλώσσα. Δεν θεώρησα ότι αξίζει τον κόπο», γελάει βραχνά, η ασυμβίβαστη αφρικανή μητέρα.
Που κρατά το ίδιο ασυμβίβαστο χαρακτήρα και στο θέμα της θρησκείας. Ως βαθιά θρησκευόμενη χριστιανή, επισκέπτεται κάθε σαββατοκύριακο την γειτονική εκκλησία των βαπτιστών, «γιατί έτσι πρέπει». Στην Αφρική, άλλωστε, μέχρι και τα παιδάκια των πέντε ετών πάνε στην λειτουργία, κρατώντας με ευλάβεια πάνω τους την Βίβλο. Η Ράνια όμως έχει και σε αυτό «ελληνοποιηθεί». «Δεν με ακολουθεί ποτέ στη λειτουργία και ο πάστορας όλο με ρωτάει, πού είναι η κόρη σου;», παραπονιέται σιγανά.

Της Ράνιας, σ’ αυτό το σημείο, της ξεφεύγει ένα –άκρως ελληνικό- «Ωχ ρε μάνα!», και έπειτα στρέφεται προς εμένα: «Αυτά ακριβώς δεν αντέχω! Το τι θα πει ο πάστορας και όλοι οι υπόλοιποι στην εκκλησία! Το ότι είναι όλοι τους τόσο θρησκόληπτοι και ότι δεν μπορώ με κανέναν να συζητήσω πραγματικά για τον Θεό και τα μεγάλα ερωτήματα!». Γιατί αυτά ενδιαφέρουν την Ράνια, όχι η κυριακάτικη λειτουργία στην, ασφυκτικά γεμάτη αφρικανούς, εκκλησία της γειτονιάς.
«Εγώ τώρα τελειώνω τις σπουδές μου, ως κοινωνική λειτουργός. Παράλληλα κάνω δύο δουλειές. Μια πρωινή, για να βοηθάω στο σπίτι, και μια βραδινή, ως σερβιτόρα, να μαζέψω κάποια λεφτά για αργότερα», μου λέει.
«Βλέπεις εμένα δεν με νοιάζει τι θα πουν οι κακές γλώσσες των ομοεθνών μου, αν με πιάσουν στο στόμα τους. Εγώ θέλω να έχω οικονομικά την ευκαιρία να κυνηγήσω αργότερα τα όνειρά μου. Να μην αναγκαστώ πουθενά να πω ‘αυτό δεν μπορώ να το κάνω’. Ναι, σίγουρα τα λεφτά δεν είναι το παν- το δέχομαι. Απλά τώρα δεν μπορώ να κάνω και αλλιώς».

Με αυτά και με εκείνα, όμως, η συμβίωσή τους γίνεται πραγματικά εκρηκτική. «Καβγαδίζουμε ασταμάτητα. Η μαμά, βλέπει τον κόσμο με έναν πολύ συγκεκριμένο, αφρικανικό, τρόπο: Έχει αυτοπεριοριστεί στο σπίτι, δουλεύει και ύστερα σπάνια βγαίνει. Δεν τις αρέσουν οι φιλίες. Και όταν βγαίνει βρίσκεται μόνο με συγγενείς ή πηγαίνει στην εκκλησία. Εγώ που - πώς να γίνει;- ζω όλη μου τη ζωή στην Ελλάδα, δεν βρίσκω λόγο να είμαι έτσι. Έχω τις παρέες μου, το φίλο μου, το πανεπιστήμιο, τις δουλειές. Ο ελληνικός τρόπος ζωής είναι ο μόνος που ξέρω…».
Την ρωτάω, λοιπόν, γιατί δεν φεύγει, να μείνει κάπου μόνη της, αλλά η Ράνια δεν το διανοείται. «Δεν θα μπορούσα ποτέ να την αφήσω μόνη. Δεν θα το άντεχε η συνείδησή μου», απαντά βιαστικά, ενώ κατευθύνεται, ήδη, προς την πόρτα.

Η ώρα πάει οχτώ, άργησε πάλι. Σε λίγο πιάνει δουλειά στο μπαράκι. Η μαμά της, κάτι πάει να μουρμουρίσει, αλλά τελικά τυλίγεται ολόκληρη στην πολύχρωμη εσάρπα της. Κάθεται στην άκρη του καναπέ, ανοίγει την τηλεόραση και συντονίζεται στο αγαπημένο της αφρικανικό κανάλι. Σε λίγο καιρό, σκέφτεται, θα γυρίσει μόνιμα πίσω στην Αφρική της…











4. Φιλιππίνες- (Κυρία Εντουίνα και Αθηνά)

Όταν, πριν 18 χρόνια η Εντουίνα ήρθε με τον άντρα της από το Μπαντάγκας, ένα χωριό έξω από την Μανίλα, εγκαταστάθηκαν εδώ, στο Φάληρο, απέναντι από ένα εργοστάσιο. Ένα χρόνο μετά, γεννήθηκε η Αθηνά, και η Εντουίνα, μην μπορώντας αλλιώς, την κουβαλούσε από την πρώτη βδομάδα μαζί, αγκαλιά στο εργοστάσιο. Της μιλούσε και φιλιππινέζικα, την γλώσσα τους, και έτσι η μικρή σιγά-σιγά τα έμαθε.

Ίσως από τότε να δημιουργήθηκε αυτό το δέσιμο, που μέχρι σήμερα, πάλι εδώ στο ζεστό και μικρό σπιτάκι απέναντι απ’το εργοστάσιο, παρατηρώ πως τις ενώνει. Μόνο που η μικρή είναι πλέον μια πανέμορφη νεαρή, έχει μόλις τελειώσει το σχολείο και κατάφερε διαβάζοντας στο κουζινάκι τα απογεύματα, με μόνη βοήθεια τις σημειώσεις κάποιας φίλης που πήγαινε φροντιστήριο, να περάσει στην οικονομική σχολή που ήθελε. Το πανεπιστήμιο, όμως, βρίσκεται σε άλλη πόλη, και επειδή οικονομικά δεν δύναται να πάει εκεί, κουβεντιάζουν με τη μαμά τις εναλλακτικές. Να ξαναδώσει ή να γραφτεί σε κάποιο κολέγιο; Η Εντουίνα τελικά αφήνει την απόφαση στην κόρη της. «Η Αθηνά είναι πια μεγάλη, μπορεί να αποφασίσει για την ζωή της», λέει.

Για το ίδιο πράγμα, το γεγονός ότι είναι πια «μεγάλη», αλλά παρ ‘όλα αυτά ακούει την μαμά της, την κοροϊδεύουν όμως οι έλληνες φίλοι της. «Επειδή τα βράδια και τις Κυριακές είμαι με τους γονείς μου, πάμε μαζί βόλτες ή στην απογευματινή, καθολική λειτουργία», γελάει. «Τα σαββατόβραδα, δε, όταν επιστρέφοντας από τα κλαμπ τους λέω ‘παιδιά αύριο ξεχάστε με, έχει εκκλησία’…μερικοί κολλητοί μου, ακόμα δεν με πιστεύουν!». Η μαμά την κοιτάει και χαμογελάει.

Σε λίγο καιρό, όμως, η Εντουίνα σκέφτεται να επιστρέψει στις Φιλιππίνες. «Θέλω να ξεκουραστώ. Εδώ, όσο έχω δουλεία, δεν πρόκειται να καθίσω», γελάει. Η κόρη, που ξαφνικά θα μείνει μόνη πίσω, σκοτεινιάζει. «Εννοείται πως μέσα μου, δεν θέλω να φύγουν», σχολιάζει. «Έχω συνηθίσει να ζούμε μαζί. Αλλά, είναι δική τους απόφαση. Και να θελα να τους την αλλάξω, δεν κάνει». Η Εντουίνα, ακούγεται πιο αποφασιστική. «Η μικρή μεγάλωσε. Μπορεί να αναλάβει μόνη την ζωή της», επαναλαμβάνει. «Και ο καιρός περνάει γρήγορα. Αν μπορεί να έρχεται κάποια καλοκαίρια να μας βλέπει, δεν θα είναι και τόσο δύσκολο…Ναι;». Η μικρή κουνάει το κεφάλι της. «Ο καιρός, όντως, περνάει γρήγορα», της απαντά, αλλά το χαμόγελό της έχει ήδη φύγει.



5. Αλβανία, (κυρία Bruna και Ιωάννα)

Η Bruna, μια γοητευτική αλβανίδα μαμά, συμμετέχει ενεργά στον αλβανικό πολιτιστικό σύλλογο. Στην πρώτη τους εκδήλωση, θυμάται, είχαν οργανώσει ένα παραδοσιακό γλέντι και λίγο πριν αρχίσει η μουσική διάφοροι συμπατριώτες της ανέβαιναν επί σκηνής να πουν δυο - συγκινητικά ως επί το πλείστον- λόγια για την ξενιτιά. Αλλά η 13 άχρονη κόρη της δεν την άφησε να το χαρεί: κάθε τόσο την παρακαλούσε να της μεταφράσει τίποτα, γιατί απλά δεν καταλάβαινε τι λένε όλοι αυτοί οι κύριοι εκεί πάνω…

«Νιώθω τόσο άβολα με αυτό», μου λέει η Bruna. «Μπορεί να ήρθαμε στην Ελλάδα όταν η Ιωάννα ήταν μόλις τεσσάρων χρονών, να ζει πια σαν ελληνάκι, να μην σκέφτεται να γυρίσει πίσω, αλλά τη γλώσσα της; Να μην καταλαβαίνει τη γλώσσα της; Εγώ προσπαθώ να της τα μάθω, να της μιλάω αλβανικά, αλλά με το σχολείο, τα διαβάσματα και τα αγγλικά δεν προλαβαίνει να το πάρει σοβαρά...»

Η μικρή, μια μικροκαμωμένη και ντροπαλή έφηβος, πάει να της εξηγήσει: «Θέλω να συμμετέχω σε όλα αυτά. Δεν λέω, πατρίδα μου είναι η Αλβανία… Απλά μου είναι δύσκολο όταν δεν καταλαβαίνω τι λέτε…».

Έτσι, η μικρή κάνει παρέα τόσο με ελληνίδες όσο και αλβανίδες, στο σχολείο της στον Ασπρόπυργο. Τρελαίνονται για Παπαρίζου και Σάκη, ενώ τα απογεύματα, μαζεύονται σε σπίτια και διαβάζουν την «Κατερίνα» ή βλέπουν σειρές σε dvd...

Σε αυτά η μαμά της, δεν της χαλάει χατίρι- φτάνει μόνο να διαβάζει. Να προκόψει, να γίνει κάτι. «Θέλω τόσο πολύ να καλοπεράσει στη ζωή της! Να μην τραβήξει όσα πέρασα εγώ! Γι’ αυτό επιμένω στο διάβασμα…». Και η μικρή την ακούει: Είναι πολύ καλή μαθήτρια, θέλει μάλιστα να σπουδάσει ιατρική. Η Bruna το ακούει και λάμπει. Αλλά μετά συμβιβάζεται: «Πτυχίο ας είναι, και ότι να’ ναι!», λέει, ενώ για το μέλλον της Ιωάννας, δεν το κουβεντιάζει…
«Εγώ μπορεί να επιστρέψω, αλλά δεν θέλω με τίποτα η κόρη μου να γυρίσει εκεί, απ’ όπου φύγαμε! Θα προτιμήσω να ζω χώρια από το παιδί μου, αρκεί να ξέρω ότι εδώ θα προκόψει», λέει και την αγκαλιάζει, λες και για να την χαρεί όσο την έχει …

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου