Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2011

Sex & Robots

Πρώτη δημοσίευση περιοδικό "Εψιλον", Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 2008.



«Ξυπνάω αργοπορημένη και ψάχνω στο δίπλα μαξιλάρι για τον Robo50. Αυτός όμως έχει ήδη σηκωθεί, ‘άργησες πάλι’ μου λέει χαμογελώντας και φέρνει καφέδες για δύο. Πώς τα καταφέρνει να ναι πάντα στην ώρα του;
Τον αγόρασα online πριν τρία χρόνια- το βράδυ που χώρισα με τον τελευταίο άνθρωπο που είχα σχέση. Τότε ζήλευα υπερβολικά, (ο λόγος που χώρισα) και έτσι αποφάσισα να μην τα ξαναφτιάξω με ανθρώπους. Τα παιδιά δεν με ενδιέφεραν ποτέ, οπότε είπα να ξεμπλέξω μια και καλή με αυτό το συναίσθημα. Να χω το κεφάλι μου ήσυχο. Πήγα και διάλεξα λοιπόν έναν κούκλο πρώτης τάξεως, προγραμματισμένο για «εργασία από το σπίτι». Έτσι λένε όσους δουλεύουν απ’το σπίτι μέσω internet για το δημόσιο, και αυτοί συνήθως μαγειρεύουν κιόλας και κρατάν και το σπίτι συμμαζεμένο. Σήμερα η τιμή τους έχει πέσει στο εν τρίτο.
Την μικρή περιουσία που πλήρωσα τότε, πάντως, δεν την μετανιώνω: έχω έναν τρομερό εραστή, κανείς δεν καταλαβαίνει ότι είναι ρομπότ ενώ με αφήνουν αδιάφορη ανησυχίες τύπου: που θα βρω τον τέλειο άντρα, ή πώς θα τον κρατήσω. Έκτοτε, είμαι πώς να το πω… ήρεμη. Δουλεύω περισσότερο. Ζω υγιεινά. Και είναι μόνο κάτι μουντές μέρες σαν σήμερα που αναρωτιέμαι αν γι’ αυτό εφευρέθηκαν τελικά όλα αυτά τα ρομπότ…
Ανοίγω την tv ενώ ντύνομαι. Πάλι πορείες. Τα ρομπότ ξανά στους δρόμους, το νέο debate είναι αν θα επιτραπούν οι υιοθεσίες παιδιών σε ζευγάρια όπου ο ένας από τους δύο είναι ρομπότ. Θα περάσει, σκέφτομαι. Όπως πέρασε πριν 5 χρόνια ο νόμος που επιτρέπει τους ‘μεικτούς’ γάμους. Ο καλός μου έχει αμέσως άποψη επ’ αυτού. ‘Αγαπάω τα παιδάκια. Προτείνω να αρχίσουμε να το συζητάμε’, μου χαμογελά πίσω από το λάπ τοπ. Τουλάχιστον δεν κατεβαίνει στις πορείες...»

Έτσι θα ξεκίναγε- αν έγραφα- το πρώτο μου μυθιστόρημα. Αν προλάβαινα να το ολοκληρώσω πριν το 2050, δε, θα θεωρείτο «επιστημονικής φαντασίας». Μετά θα ήταν «κοινωνικό»...

Οι σκέψεις μου μπήκαν όταν υπέπεσε στην αντίληψή μου ένα άλλο βιβλίο, που κυκλοφόρησε πριν δυο μήνες. Λέγεται «Sex with Robots», και το έγραψε ένας εξπέρ της τεχνητής νοημοσύνης, ο εξινταδυάχρονος David Levy. Αυτός ο ειδικός θεωρεί πως γύρω στο 2050 θα μπορούμε να κάνουμε σεξ με ρομπότ, τα οποία έως τότε θα είναι εντελώς δυσδιάκριτα με τους ανθρώπους. Τα ονόμασε sexbots (διαχωρίζοντάς τα σε fembots και malebots) ενώ τόνιζε πως «θα υπάρχει εκπληκτικό σεξ για όλους, καθώς ένα καλοσχεδιασμένο sexbot θα κατέχει στην εντέλεια όλες τις σεξουαλικές τεχνικές».
Ο παγκόσμιος τύπος αγκάλιασε το βιβλίο κάπως ενοχικά: αρκετοί βιβλιοκριτικοί χλεύασαν το θέμα, άλλοι το θεώρησαν υπερβολικό, πολύ καλό για να’ ναι αληθινό, ενώ όσοι τον πίστεψαν κινήθηκαν με φανερή επιφυλακτικότητα χωρίς να πάρουν θέση. Ασυγκίνητο πάντως δεν άφησε κανέναν. Το σεξ πουλάει, τι να κάνουμε; Αυτό φέρει ως επιχείρημα και ο ίδιος ο Levy: επειδή ακριβώς μοσχοπουλάει, το σεξ θα είναι ένα από τα πρώτα πεδία εφαρμογής, η «μεγάλη αγορά», των ρομπότ.
Προσωπικά τα δημοσιεύματα με άφησαν με ένα αίσθημα ανικανοποίητου. Ήθελα να μάθω και άλλα. Πήρα και διάβασα, λοιπόν, το βιβλίο. Και πάλι. Μου κάλυψε μεν την θεωρία, όχι όμως όλες τις κοινωνικές ανησυχίες που ο πιθανός ερχομός των sexbots μου προκαλεί. Ευτυχώς ο κύριος Levy δέχτηκε αμέσως να μας παραχωρήσει μια συνέντευξη, ευελπιστώντας να μου τις λύσει…


- Κύριε Levy για όσους δεν διάβασαν το βιβλίο, περιγράψτε μας πως θα είναι αυτά τα sexbots;
- Χμ, μεγάλο θέμα για μια σύντομη απάντηση. Σε πολύ γενικές γραμμές: θα μοιάζουν ακριβώς με μας, θα μιλάν όπως εμείς, θα συμμετέχουν σε συζητήσεις, θα έχουν αισθήματα, εξυπνάδα, προσωπικότητα και θα είναι σεξουαλικά ενεργά.
- Αυτό που περιγράφεται είναι για πολλούς ο μεγαλύτερός τους φόβος: ρομπότ με συνείδηση. Πιστεύετε πως σε κάποια χρόνια θα φτιάχνουμε όντα ίδια με μας;
- Ασφαλώς τα ρομπότ μια μέρα, πολύ σύντομα, θα είναι προγραμματισμένα έτσι ώστε να έχουν συνείδηση. Ήδη γίνονται ακαδημαϊκές έρευνες και προσπάθειες για την επίτευξη αυτού του στόχου. Διατριβές με τίτλους όπως «Τεχνητή Συνείδηση», «Ρομποτική Συνείδηση» έχουν ήδη κυκλοφορήσει ενώ πραγματοποιούνται διαρκώς συνέδρια με αυτό το θέμα. Όλη αυτή η έρευνα, λοιπόν, μια μέρα θα έχει ως αποτέλεσμα τον σχεδιασμό ρομπότ που θα έχουν, αυτό που καταλαβαίνουμε ως, συνείδηση. Όσον αφορά το αν θα κατασκευάζουμε όντα ακριβώς όπως εμείς, όχι. Δεν θα είναι ακριβώς όπως εμείς. Δεν θα έχουν αίμα και οστά. Αλλά θα συμπεριφέρονται ακριβώς όπως οι άνθρωποι, σε όλες τους τις δραστηριότητες.

- Γράφεται πως τα ρομπότ που θα σχεδιαστούν για να αγαπούν και να ικανοποιούν σεξουαλικά τους ανθρώπους θα μειώσουν σταδιακά, ίσως και εξαφανίσουν, το ανθρώπινο αίσθημα της μοναξιάς. Θεωρείται ότι αυτό το συναίσθημα μπορεί να εξαφανιστεί ή να αλλάξει;
- Εάν ένας άνθρωπος που νοιώθει μοναξιά επειδή δεν έχει κανέναν να αγαπά ή κανέναν που τον αγαπά, αποκτήσει ξαφνικά ένα ρομπότ που τον αγαπά και που προκαλεί και στον ίδιο αισθήματα αγάπης, ο λόγος της μοναξιάς αυτού του ανθρώπου θα εξαφανισθεί. Ασφαλώς, θα υπάρχουν άνθρωποι που θα βρίσκουν στις συναναστροφές τους με τα ρομπότ λιγότερη ικανοποίηση απ’ ότι στις ανθρώπινες. Αλλά πιστεύω πως αυτή η στάση θα προέρχεται εν πολλοίς από την προκατάληψη τους απέναντι στις σχέσεις ανθρώπου- ρομπότ. Και έως το έτος 2050, ή εκεί γύρω, αυτοί οι άνθρωποι θα αποτελούν μια μικρή μειοψηφία.

- Οι πλαστικές κούκλες, όμως, οι δονητές και παρόμοια σεξουαλικά υποκατάστατα ακόμα προκαλούν σε πολλούς αισθήματα απέχθειας, ή θεωρούνται ταμπού. Στην περίπτωση των sexbots πως θα ξεπεραστούν αυτοί οι αρνητικοί συνειρμοί;
- Πάντα θα υπάρχουν κάποιοι που θα βρίσκουν αποκρουστικό οποιοδήποτε σεξουαλικό υποκατάστατο. Επειδή δεν είναι αρκετά εξοικειωμένοι με την ιδέα, για θρησκευτικούς λόγους ή άλλους. Αλλά δείτε, ας πούμε, την άνοδο της δημοτικότητας των δονητών: στο Ηνωμένο Βασίλειο πωλούνται περί τα 2,5 εκατομμύρια ετησίως. Στις ΗΠΑ ο αριθμός ανέρχεται στα 30 εκατομμύρια το χρόνο! Υπάρχει λοιπόν ένας τεράστιος πληθυσμός παγκοσμίως που αναζητά μεγαλύτερη σεξουαλική ικανοποίηση και είναι διατεθειμένος να χρησιμοποιήσει σεξουαλικά υποκατάστατα. Με το που θα διατεθούν οι εραστές- ρομπότ στην αγορά, το θέμα θα υπέρ- καλυφθεί από τα ΜΜΕ. Θα διαβάζουμε κάθε μέρα άρθρα από ανθρώπους που θα περιγράφουν την εμπειρία τους με τα sexbots. Το να ακούει κανείς – σιγά σιγά και από διασημότητες- δηλώσεις όπως «Έκανα σεξ με το ρομπότ μου και ήταν φανταστικό! Είχα πολλαπλούς οργασμούς!», θα είναι κάτι διαδεδομένο, αυτονόητο. Έτσι η διασημότητα των sexbots θα λάβει τρομερές διαστάσεις, ο κόσμος θα εξοικειωθεί μαζί τους και η ζήτηση τους θα αυξηθεί.
- Θα μπορούν όλοι να έχουν έναν εραστή- ρομπότ, ή θα είναι προνόμιο μόνο των πλουσίων;
- Στην αρχή η τιμή τους θα είναι εξωπραγματική, μόνο οι πραγματικά πλούσιοι θα μπορούν να τα αγοράσουν. Στη συνέχεια όμως, καθώς η ζήτησή τους θα αυξάνεται η τιμή τους θα πέσει κάπως και αρκετοί άνθρωποι θα δύνανται να τα νοικιάζουν με την ώρα. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει αυτή τη στιγμή στην Ιαπωνία και στην Κορέα: είναι πλέον δυνατή η ενοικίαση των sex dolls (σ.σ. πολυτελής κούκλες από σιλικόνη, ακριβή αντίγραφα γυναικών) με την ώρα, η οποία κοστίζει στους πελάτες περί τα 100 δολάρια, ενώ η αγορά ενός sex doll θα τους στοίχιζε κάποιες χιλιάδες δολάρια. Στο τέλος βέβαια, καθώς η ζήτησή τους θα αυξάνεται όλο και περισσότερο, η τιμή τους θα γίνει προσιτή σε όλους. Αναλογισθείτε τι έγινε με την τηλεόραση, το βίντεο, τα κινητά. Τα sexbots θα έχουν αναμφίβολα την ίδια οικονομική πορεία που είχαν όλα σχεδόν τα νέα ηλεκτρονικά επιτεύγματα.


- Πιστεύεται ότι θα υπάρξουν και ρομπότ που θα μοιάζουν με παιδιά, αλλά θα έχουν σεξουαλικές επιδόσεις ενήλικα, προκειμένου να ικανοποιούνται παιδεραστές; Και αν ναι, θα προκύψουν ηθικά ζητήματα, παρότι ουσιαστικά μιλάμε για μηχανές;
- Αυτό είναι ένα δύσκολο θέμα, και μια πολύ καλή ερώτηση. Πιστεύω πως τέτοια ρομπότ θα σχεδιαστούν, αλλά ως μια μορφή θεραπείας. Για να γιατρευτούν οι άνθρωποι που υποφέρουν από αυτή τη σεξουαλική διαταραχή. Ασφαλώς, ελλοχεύει ο κίνδυνος οι παιδόφιλοι να χρησιμοποιούν επί μονίμου βάσεως τέτοια ρομπότ- παιδιά, προφασιζόμενοι ότι έτσι δεν θέτουν σε κίνδυνο τα πραγματικά παιδιά. Και από αυτό, ναι, θα προκύψουν τεράστια νομικά και ηθικά ζητήματα. Είναι διεστραμμένο; Είναι καλύτερα έτσι; Καλλιεργεί την παιδοφιλία; Σίγουρα θα είναι μια από τις τρομερές διαμάχες που θα ξεσπάσουν … Δεν προσποιούμαι ωστόσο ότι έχω όλες τις απαντήσεις.

- Σήμερα, το ίντερνετ έχει αλλάξει τον τρόπο που σκεφτόμαστε, δουλεύουμε, καταναλώνουμε και κοινωνικοποιούμαστε. Κάποιοι δεν θα μπορούσαν να φανταστούν την ζωή τους χωρίς αυτό. Πώς πιστεύετε ότι θα αλλάξουν τα sexbots τις ζωές μας για πάντα;
- Στην ουσία θα αλλάξουν τον τρόπο που βλέπουμε τις σχέσεις μας με τους άλλους, τόσο τις σεξουαλικές όσο και τις πλατωνικές. Σε γενικές γραμμές οι σχέσεις των ανθρώπων έχουν επαναπροσδιοριστεί και αλλάξει κατά πολύ τα τελευταία 50 χρόνια. Το ίδιο και ο θεσμός του γάμου. Καθώς ο καιρός περνάει, αυτές οι αλλαγές θα είναι όλο και πιο δραματικές, το ίδιο και η ταχύτητα με την οποία θα πραγματοποιούνται. Έτσι, στα επόμενα 50 χρόνια, οι αλλαγές που θα βιώσουμε θα είναι πολύ πιο ριζοσπαστικές από αυτές του περασμένου μισού αιώνα και τα ρομπότ, ως ένα νέο είδος «ατόμου», θα παίξουν κυρίαρχο ρόλο σε αυτές.
- Μήπως αυτά τα νέα «άτομα» θα εμποδίζουν τους ανθρώπους από το να κάνουν υγιείς και φυσιολογικές σχέσεις με άλλους ανθρώπους; Αν είναι όντως τόσο τέλεια, γιατί να προτιμήσεις έναν άνθρωπο στη ζωή και στο κρεβάτι σου, που πιθανότατα δεν θα είναι τόσο φοβερός εραστής, που μπορεί να σε παρατήσει ή να σε πληγώσει;
- Δεν πιστεύω πως ο άνθρωπος θα πάψει να συνάπτει σχέσεις με άλλους ανθρώπους. Το ένστικτό του ομοίου θα μας σπρώχνει στο να διατηρούμε κοντά μας ανθρώπους. Αναμφίβολα όμως θα υπάρξουν και αρνητικά. Για παράδειγμα, αν ένας άντρας γνωρίζει ότι μια γυναίκα (μπορεί να) κάνει καταπληκτικό σεξ με ένα ρομπότ, θα αυξηθεί τρομερά το άγχος επίδοσής του. Και αυτό, φαντάζομαι, πως θα είναι ένα από τα κυριότερα προβλήματα, που θα πρέπει να ερευνηθεί και να αντιμετωπιστεί. Τώρα δεν μπορούμε να γνωρίζουμε την απάντηση, θα πρέπει να περιμένουμε να εμφανιστούν πρώτα τα ρομπότ- εραστές και να γίνουν αρκετές ψυχολογικές έρευνες στους ανθρώπους. Πάντως όσον αφορά το μέλλον των σχέσεων με ανθρώπους, θεωρώ ότι θα είναι πραγματικά πολύ λαμπρό: Πολλοί άνθρωποι θα απολαμβάνουν τις σχέσεις με τα ρομπότ, που θα λειτουργούν συμπληρωματικά στις σχέσεις τους με τους ανθρώπους. Ίσως μάλιστα τα ρομπότ να μας βοηθήσουν να βελτιώσουμε την συμπεριφορά μας απέναντι στους άλλους καθώς δεν θα θέλουμε ο άνθρωπος- σύντροφός μας να θεωρεί ότι η ζωή με ένα ρομπότ- σύντροφο είναι καλύτερη…
- Στις διαπροσωπικές σχέσεις, λοιπόν, τα ρομπότ- εραστές ενδέχεται να ανεβάσουν τον πήχη. Τι πιστεύετε πως θα αλλάξει στην πορνεία και στον πληρωμένο έρωτα;
- Α, το να πληρώνει κανείς για σεξ με ανθρώπους θα καταστεί κάτι πολύ σπάνιο. Απλά δεν θα χρειάζεται
- Στην πορνογραφία;
- Θα αλλάξει. Θα αναδυθούν νέες μορφές, στις οποίες τα ρομπότ θα είναι στο επίκεντρο: Οι άνθρωποι θα απολαμβάνουν να βλέπουν ανθρώπους που θα κάνουν έρωτα με ρομπότ.
- Στους βιασμούς;
- Φαντάζομαι ότι θα μειωθούν δραματικά. Γιατί θα είναι πλέον πολύ εύκολο να ικανοποιηθούν αυτές τις ορμές.
- Στα νούμερα της υπογεννητικότητας;
- Δεν πιστεύω να επηρεαστούν.
- Η ζήλια και η απιστία, θα επηρεαστούν;
- Θα έχουμε λιγότερη ζήλια και λιγότερες απιστίες. Πιστεύω πως οι άνθρωποι δεν θα αντιλαμβάνονται το σεξ με το ρομπότ ως μορφή απιστίας, παρά μάλλον ως μορφή αυνανισμού. Κάπως σαν τους δονητές. Άρα θα είναι διαρκώς ανανεωμένοι σεξουαλικά, πράγμα που θα αποτρέπει την πραγματική απιστία.
- Και το δέος, το μυστήριο που οι άνθρωποι νοιώθουν απέναντι στον έρωτα- συναισθήματα μέχρι χθες άκρως προσωπικά και σπάνια; Αυτά τι θα απογίνουν;
- Δεν νομίζω να αλλάξουν στις σχέσεις ανθρώπου με άνθρωπο. Είναι αιώνια. Αλλά σίγουρα θα είναι κάπως διαφορετικά στις σχέσεις ανθρώπου – ρομπότ.
- Εάν σε ένα (ανθρώπινο) ζευγάρι, ο ένας από τους δύο κοιμηθεί με ένα ρομπότ, μπορούμε να χρησιμοποιούμε την λέξη «απιστία», εάν το ερωτευτεί;
- Ναι, θα είναι μια μορφή απιστίας. Κοιτάξτε, όπως λέγαμε πριν, θεωρώ πως οι περισσότεροι θα αντιλαμβάνονται το σεξ με sexbots μάλλον σαν μια μορφή αυνανισμού. Αλλά σίγουρα, κάποιοι θα επιμένουν να το βλέπουν σαν απιστία. Οπότε η απάντησή μου σε αυτό που με ρωτάτε είναι ότι εν πολλοίς θα εξαρτάται από τον κάθε άνθρωπο ξεχωριστά: Από την φύση της σχέσης του με τον σύντροφο- άνθρωπο, την φύση της σχέσης με τον εραστή- ρομπότ, αλλά και την γενικότερη στάση του ζευγαριού απέναντι στο ζήτημα της απιστίας
- Εσείς θα κοιμόσασταν με μια fembot;
- Ναι, από περιέργεια, για να δω πως είναι σε σύγκριση με το πραγματικό σεξ.
- Θα αφήνατε τη γυναίκα σας να δοκιμάσει;
- Μα πως μπορώ να της το απαγορεύσω; Αφού ο ίδιος δηλώνω πως θα το έκανα!
- Πιστεύεται ότι χρειαζόμαστε τα sexbots;
- Αν χρειαζόμαστε τα sexbots; Πιστεύετε ότι πραγματικά χρειαζόμασταν την τηλεόραση; Χρειαζόμασταν τα κινητά; Χρειαζόμασταν τα αεροπλάνα; Τα sexbots είναι μια ακόμη εφεύρεση που έρχεται. Είναι κάτι αναπόφευκτο, και το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να προετοιμαστούμε για τον ερχομό τους…

Μαμά & Κόρη: 2 γενιές, 2 πατρίδες, 2 κόσμοι...

Πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό "Εψιλον", Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 2008.



Η μετανάστευση προς ανεύρεση μιας καλύτερης ζωής, πέρα από τα γραφειοκρατικά βάσανα που επιφέρει, είναι συνήθως και μια μεγάλη οικογενειακή δοκιμασία. Οι Έλληνες gastarbeiter στη Γερμανία, ας πούμε, όταν δεν μετρούσαν και ξαναμετρούσαν το πρωτόγνωρο, φρέσκο χρήμα, και όταν δεν σχεδίαζαν την επόμενη, οικογενειακή επίσκεψη «στην πατρίδα», έσερναν τα ταλαίπωρα τέκνα τους, (και αυτό δύναμαι να σας το γράφω από προσωπική εμπειρία) σε φασαριόζικες «ελληνικές βραδιές» για να κάνουν παρέα με άλλα ελληνάκια. Πράξη συνειδητή, που πήγαζε κυρίως από τον διαπεραστικό φόβο της ελληνίδας μάνας, μην σπάσει ο διάολος το ποδάρι του και ταιριάξει το παιδί με κάναν ξένο. Μην αγαπήσει γερμανό και ξεμείνει εκεί- στην κρύα ξενιτιά …
Στη ζεστή, τώρα, Ελλάδα η δεύτερη γενιά μεταναστών είναι πιτσιρίκια που δεν τα ξεχωρίζεις καν στο δρόμο, συχνά, -από αγνό ζήλο και φιλοδοξία- αποτελούν τους καλύτερους μαθητές και κάνουν παρέα κυρίως με ελληνάκια. Τα βλέπουμε, μεικτά μπουλούκια με τους σχολικούς σάκους, καθημερινά στα Goodys και στο μετρό. Αυτό που δεν βλέπουμε, ωστόσο, είναι τα όσα διαδραματίζονται όταν γυρνάν, μετά από λίγο, σπίτι τους. Όταν πάνε πίσω, λοιπόν, στη μαμά τους...



1. Γεωργία (Κα Μάγια και Καισαρεία)

Είναι μεσημέρι και η δεκατετράχρονη Καισαρεία, με το που ακούει τη μαμά να επιστρέφει απ’την δουλειά, κλείνει γρήγορα την τηλεόραση. Με σβέλτες κινήσεις στρώνει το τραπέζι και γεμίζει τα ποτήρια μας νερό. Καθόμαστε αντικριστά και η μαμά της είναι αποκαμωμένη, στο πόδι από τα χαράματα. Αυτό είναι το διάλειμμα της πριν ξαναπιάσει, το απόγευμα, δουλειά: Καθάρισμα σε σπίτια, σκάλες σε πολυκατοικίες, φροντίδα σε ανήμπορους γέροντες. Απ’ όταν απέλασαν τον σύζυγο της, πρόπερσι, η ίδια είναι ο «άντρας του σπιτιού».

Και η κόρη της, η γλυκιά και σοβαρή Καισαρεία, κάθεται πλάι της και προσπαθεί να την ξεκουράσει. «Την μεγαλώνω με τον αυστηρό, ίσως σκληρό, γεωργιανό τρόπο ανατροφής. Έτσι, όμως, μεγάλωσα και γω και μόνο αυτόν ξέρω», διευκρινίζει η Μάγια. «Της μαθαίνω να μην λέει ποτέ ψέματα, να σέβεται τον εαυτό της, να δίνει ακόμα και όταν δεν έχει. Όταν, πάλι, χρειάζεται, την τιμωρώ σκληρά». Η Καισαρεία δίπλα της, γνέφει. Συμφωνεί.

Στο σχολείο, όμως, όλα αυτά δεν την βοηθάνε απαραίτητα. Από ένα Γυμνάσιο έφυγε γιατί τα παιδιά την κορόιδευαν «θεούσα», ενώ σε αυτό που πάει τώρα, δυσκολεύετε τρομερά να βρει φίλες. «Επειδή έχω μεγαλώσει με μια άλλη ηθική», μου εξηγεί η μικρή, «και δεν δέχομαι να κάνω όσα κάνουν τα ελληνάκια. Να μιλάω και να κοροϊδεύω εν ώρα μαθήματος, ας πούμε. Έτσι δεν δείχνεις σεβασμό απέναντι στον εαυτό σου, στον δάσκαλο και στους συμμαθητές. Καταλαβαίνω, μεν, τα παιδιά που το κάνουν, περνάνε την εφηβεία τους, αλλά αρνούμαι να τα μιμηθώ», συνεχίζει.
Παλιά, τουλάχιστον, ταίριαζε με τις γεωργιανές κοπέλες που συναντά τις Κυριακές στο σύλλογο τους, αλλά πλέον έχουν αλλάξει και αυτές, λέει. Ντύνονται προκλητικά, βγαίνουν ως αργά, δεν κοιμούνται σπίτια τους, δεν επικοινωνεί πια ούτε με εκείνες…

Έτσι η μοναχική έφηβη περνάει τα απογεύματά της, όλες τις ώρες που η μαμά δουλεύει, μπροστά στην τηλεόραση. «Μαλώνουμε γι’ αυτό», λέει η κυρία Μάγια, «αλλά ας μην γελιόμαστε: Η τηλεόραση είναι η μόνη της παρέα. Και από το να τριγυρνά στους δρόμους, είναι σαφώς προτιμότερο».

Η μικρή με παραξενεύει αρκετά όταν μου λέει, πως βγάζοντας το σχολείο θέλει να επιστρέψει μόνη της στην Γεωργία για σπουδές. «Για να γνωρίσω την πατρίδα μου. Μετά βέβαια θα γυρίσω στην Ελλάδα. Βλέπεις, φοβάμαι, ότι στη Γεωργία θα διαφέρω και πάλι. Ίσως, μάλιστα, εκεί να διαφέρω ακόμα περισσότερο, απ’ όσο διαφέρω εδώ…», λέει σκεπτική, λίγο πριν παρατηρήσει πως το ποτήρι μου άδειασε και ευθύς να πεταχτεί να το ξαναγεμίσει.




2. Ινδίες – (Κυρία Μαργαρίτα και Ειρήνη)


Η γυναίκα με την κόκκινη βούλα ανάμεσα στα μάτια, ξεκάθαρη δήλωση προς άπαντες πως είναι παντρεμένη, νοιώθει εντελώς έξω από τα νερά της. Την έχουμε φέρει, για την συνέντευξη, στον ινδικό σύλλογο όπου εργάζεται η κόρη της, και αυτή κοιτάει τριγύρω σφιγμένη, αδημονώντας να γυρίσει σπίτι της. «Είναι καλύτερο για μια γυναίκα να κάθεται σπίτι της», μου λέει. Με αρκετή προσπάθεια την πείθουμε στη συνέχεια να φωτογραφηθεί. Δεν της αρέσουν οι φωτογραφίες, ντρέπεται, ενώ η δεκαεξάχρονη κόρη της- μες στο ίδιο κάδρο- το απολαμβάνει τρομερά.

Έχουν έρθει από τις Ινδίες με τον άντρα της λίγο πριν γεννηθεί η μικρή. Έκτοτε η κα Μαργαρίτα προσπαθεί, σε αυτή την τόσο διαφορετική χώρα, να εμφυσήσει στην Ειρήνη τις αξίες της πατρίδας τους. Οι βραδινές, ας πούμε, έξοδοι απαγορεύονται δια ροπάλου μου ξεκαθαρίζει, όταν επανέρχονται. Εντάξει, είναι και μικρή ακόμα, της απαντώ, αλλά αυτή γουρλώνει τα μάτια. «Άπαπα! Δεν υπάρχει μικρή και μεγάλη σε αυτό το θέμα! Απλά δεν επιτρέπεται να τριγυρνάει έξω βραδιάτικα! Όταν επισκεπτόμαστε τις Ινδίες, δε, της απαγορεύω και την μέρα να βγαίνει, αν δεν συνοδεύεται από άντρα συγγενή!». Έτσι, ο σύγχρονος τρόπος ζωής της Ελλάδας την τρομάζει πολύ. «Της τηλεφωνώ κάθε τρεις ώρες- στο σχολείο, στα αγγλικά, θέλω να ξέρω ακριβώς τι κάνει και που είναι».

Όσον αφορά τον γάμο, προτιμά η ίδια να της διαλέξει ένα καλό παιδί- ιδανικά κάποιον ινδό, αν και για έλληνα το συζητάει επίσης – για να’ναι σίγουρη... «Εδώ στην Ελλάδα τα μισά ζευγάρια χωρίζουν. Από λάθος επιλογές, και εξαιτίας των γυναικών. Που κοιτάν το άλλο φύλο, που αλλάζουν γνώμες και δουλειές, που βγαίνουν πολύ και δεν προσέχουν τους συζύγους τους. Ή κάνω λάθος;», με προκαλεί με σηκωμένα τα φρύδια.

Η μικρή, τόση ώρα, τσεκάρει τα μαιλ της στο κομπιούτερ του γραφείου, μας ακούει και κρυφογελάει. Κυρίως, γιατί της αρέσουν περισσότερο οι έλληνες άντρες… «Εδώ γεννήθηκα, αυτούς συνήθισα να βλέπω», γελάει πονηρά και η μαμά της κάνει πως δεν το άκουσε. Για την ώρα, πάντως, δεν την πολυαπασχολεί το θέμα…

Έχει την προσευχή της κάθε πρωί στις τέσσερις- ώρα που ανοίγουν στις Ινδίες οι εκκλησίες για τους hindu- το σχολείο, τις ελληνίδες φίλες στα διαλείμματα καθώς είναι πολύ κοινωνική και τα απογεύματα τη δουλειά, ως γραμματέας, σε τούτον τον σύλλογο. «Η μαμά δεν είχε πρόβλημα, επειδή ανήκει στον θείο μας ο σύλλογος. Όταν τελειώσω το σχολείο, δε, θέλω να γίνω αεροσυνοδός! Και θα τα καταφέρω! Έχω αρκετά καλούς βαθμούς», γελάει.

«Αλλά για να επιστρέψουμε στις σχέσεις, τα πράγματα, όταν είσαι Ινδή στην Ελλάδα, δεν είναι απλά…Εδώ, ας πούμε, όταν δύο νέοι τα φτιάχνουν μπορούν να κάνουν ‘τα πάντα’ μεταξύ τους. Σαν ινδή, αν κάνεις ‘κάτι’ πριν τον γάμο με ένα αγόρι, πάει, σε ξέγραψαν! Σε έχει όλη η κοινωνία για φτύσιμο! Και η αδερφή μου, που είναι αρραβωνιασμένη, και δεν σκοπεύει να παντρευτεί για τα επόμενα πέντε χρόνια τουλάχιστον, μου το λέει, πως δεν πρόκειται ως τότε να κάνει τίποτα με τον αρραβωνιαστικό της! Στο σχολείο, όμως, και εννοώ το Γυμνάσιο, όχι το Λύκειο, ξέρεις πόσα τεστ εγκυμοσύνης, πεταμένα στις κοριτσίστικες τουαλέτες, έχω δει;», μου λέει – τη στιγμή που η μαμά κλείνει την πόρτα πίσω της, αναχωρώντας για το σπίτι, χωρίς ν’ ακούσει τίποτα...




3. Γκάνα- (Κυρία Χριστίνα και Ράνια)

Η κυρία Χριστίνα, φορώντας το παραδοσιακό αφρικάνικο φόρεμά της, παρατηρεί από το σαλόνι την κόρη της να μπαίνει στο σπίτι. Η Ράνια λέει ένα γεια, πετάει την τσάντα, αλλάζει, και αρχίζει τα τηλέφωνα. «Πάλι βιάζεσαι;», ξεφυσάει η μητέρα της στρέφοντας το βλέμμα αλλού…
Όταν πρωτοήρθε στην Ελλάδα, 22 χρόνια πριν, σοκαριζόταν καθημερινά με τις συνήθειες αυτής της χώρας: Ο κόσμος έβγαινε μέχρι αργά, τριγύρναγε στην πόλη περασμένα μεσάνυχτα «διασκεδάζοντας» και ξυπνούσε την επομένη το μεσημέρι. Τα κορίτσια φορούσαν ρούχα κοντά, άφηναν το σώμα τους γυμνό και αντάλλασσαν με αγόρια φιλιά δημοσίως. Οι ενήλικες σκεφτόταν μόνο τη δουλειά, λες και τα λεφτά είναι το πάν. Και τα μικρά παιδιά! Ακόμα και αυτά ήταν συχνά αγενή… Ποτέ δεν παραχωρούσαν στο λεωφορείο τη θέση τους στους μεγαλύτερους... Τίποτε απ’ όλα αυτά δεν τα είχε ξαναδεί, δεν τα γνώριζε στην Αφρική.

Τότε, όταν πρωτοήρθαν, η Ράνια ήταν ενός έτους. Σήμερα, στα 23 της, η κόρη της την ξαφνιάζει, όπως την σόκαραν τότε, τα πρώτα χρόνια, οι Έλληνες. Έγινε και η Ράνια «ελληνάκι» - ενώ η ίδια, με τον καιρό, δεν κατάφερε να αποδεχτεί τίποτα. Δεν έκανε ούτε ένα βήμα πίσω.

«Απλά δεν επιτρέπεται», μουρμουρίζει και σήμερα η μητέρα της. «Στην Αφρική, αν μια κοπέλα δουλεύει σε μπαρ, γυρνάει αργά στο σπίτι ή κοιμάται σε φίλες, ο κόσμος θα πει πολύ κακά λόγια. Θα την ξεγράψουν», μου λέει στα αγγλικά…

Παρένθεση. Μάνα και κόρη, μες στο ίδιο σπίτι, προσπαθούν να επικοινωνήσουν σε μια τρίτη γλώσσα. Γιατί η Ράνια δεν έμαθε ποτέ καλά τα γκανέζικα, και η κ. Χριστίνα ποτέ τα ελληνικά. Και ο λόγος, που, παρά την επί δεκαετίες παραμονή της εδώ, δεν τα έμαθε αρχικά με αφοπλίζει.
«Είχα πάει για να ταχτοποιήσω τα χαρτιά μου κάποτε», θυμάται, «και ένας έλληνας υπάλληλος μου είπε πως είναι καλύτερα να φύγω από την Ελλάδα μια και καλή! Έκτοτε, μου έφυγε η όρεξη να μάθω την γλώσσα. Δεν θεώρησα ότι αξίζει τον κόπο», γελάει βραχνά, η ασυμβίβαστη αφρικανή μητέρα.
Που κρατά το ίδιο ασυμβίβαστο χαρακτήρα και στο θέμα της θρησκείας. Ως βαθιά θρησκευόμενη χριστιανή, επισκέπτεται κάθε σαββατοκύριακο την γειτονική εκκλησία των βαπτιστών, «γιατί έτσι πρέπει». Στην Αφρική, άλλωστε, μέχρι και τα παιδάκια των πέντε ετών πάνε στην λειτουργία, κρατώντας με ευλάβεια πάνω τους την Βίβλο. Η Ράνια όμως έχει και σε αυτό «ελληνοποιηθεί». «Δεν με ακολουθεί ποτέ στη λειτουργία και ο πάστορας όλο με ρωτάει, πού είναι η κόρη σου;», παραπονιέται σιγανά.

Της Ράνιας, σ’ αυτό το σημείο, της ξεφεύγει ένα –άκρως ελληνικό- «Ωχ ρε μάνα!», και έπειτα στρέφεται προς εμένα: «Αυτά ακριβώς δεν αντέχω! Το τι θα πει ο πάστορας και όλοι οι υπόλοιποι στην εκκλησία! Το ότι είναι όλοι τους τόσο θρησκόληπτοι και ότι δεν μπορώ με κανέναν να συζητήσω πραγματικά για τον Θεό και τα μεγάλα ερωτήματα!». Γιατί αυτά ενδιαφέρουν την Ράνια, όχι η κυριακάτικη λειτουργία στην, ασφυκτικά γεμάτη αφρικανούς, εκκλησία της γειτονιάς.
«Εγώ τώρα τελειώνω τις σπουδές μου, ως κοινωνική λειτουργός. Παράλληλα κάνω δύο δουλειές. Μια πρωινή, για να βοηθάω στο σπίτι, και μια βραδινή, ως σερβιτόρα, να μαζέψω κάποια λεφτά για αργότερα», μου λέει.
«Βλέπεις εμένα δεν με νοιάζει τι θα πουν οι κακές γλώσσες των ομοεθνών μου, αν με πιάσουν στο στόμα τους. Εγώ θέλω να έχω οικονομικά την ευκαιρία να κυνηγήσω αργότερα τα όνειρά μου. Να μην αναγκαστώ πουθενά να πω ‘αυτό δεν μπορώ να το κάνω’. Ναι, σίγουρα τα λεφτά δεν είναι το παν- το δέχομαι. Απλά τώρα δεν μπορώ να κάνω και αλλιώς».

Με αυτά και με εκείνα, όμως, η συμβίωσή τους γίνεται πραγματικά εκρηκτική. «Καβγαδίζουμε ασταμάτητα. Η μαμά, βλέπει τον κόσμο με έναν πολύ συγκεκριμένο, αφρικανικό, τρόπο: Έχει αυτοπεριοριστεί στο σπίτι, δουλεύει και ύστερα σπάνια βγαίνει. Δεν τις αρέσουν οι φιλίες. Και όταν βγαίνει βρίσκεται μόνο με συγγενείς ή πηγαίνει στην εκκλησία. Εγώ που - πώς να γίνει;- ζω όλη μου τη ζωή στην Ελλάδα, δεν βρίσκω λόγο να είμαι έτσι. Έχω τις παρέες μου, το φίλο μου, το πανεπιστήμιο, τις δουλειές. Ο ελληνικός τρόπος ζωής είναι ο μόνος που ξέρω…».
Την ρωτάω, λοιπόν, γιατί δεν φεύγει, να μείνει κάπου μόνη της, αλλά η Ράνια δεν το διανοείται. «Δεν θα μπορούσα ποτέ να την αφήσω μόνη. Δεν θα το άντεχε η συνείδησή μου», απαντά βιαστικά, ενώ κατευθύνεται, ήδη, προς την πόρτα.

Η ώρα πάει οχτώ, άργησε πάλι. Σε λίγο πιάνει δουλειά στο μπαράκι. Η μαμά της, κάτι πάει να μουρμουρίσει, αλλά τελικά τυλίγεται ολόκληρη στην πολύχρωμη εσάρπα της. Κάθεται στην άκρη του καναπέ, ανοίγει την τηλεόραση και συντονίζεται στο αγαπημένο της αφρικανικό κανάλι. Σε λίγο καιρό, σκέφτεται, θα γυρίσει μόνιμα πίσω στην Αφρική της…











4. Φιλιππίνες- (Κυρία Εντουίνα και Αθηνά)

Όταν, πριν 18 χρόνια η Εντουίνα ήρθε με τον άντρα της από το Μπαντάγκας, ένα χωριό έξω από την Μανίλα, εγκαταστάθηκαν εδώ, στο Φάληρο, απέναντι από ένα εργοστάσιο. Ένα χρόνο μετά, γεννήθηκε η Αθηνά, και η Εντουίνα, μην μπορώντας αλλιώς, την κουβαλούσε από την πρώτη βδομάδα μαζί, αγκαλιά στο εργοστάσιο. Της μιλούσε και φιλιππινέζικα, την γλώσσα τους, και έτσι η μικρή σιγά-σιγά τα έμαθε.

Ίσως από τότε να δημιουργήθηκε αυτό το δέσιμο, που μέχρι σήμερα, πάλι εδώ στο ζεστό και μικρό σπιτάκι απέναντι απ’το εργοστάσιο, παρατηρώ πως τις ενώνει. Μόνο που η μικρή είναι πλέον μια πανέμορφη νεαρή, έχει μόλις τελειώσει το σχολείο και κατάφερε διαβάζοντας στο κουζινάκι τα απογεύματα, με μόνη βοήθεια τις σημειώσεις κάποιας φίλης που πήγαινε φροντιστήριο, να περάσει στην οικονομική σχολή που ήθελε. Το πανεπιστήμιο, όμως, βρίσκεται σε άλλη πόλη, και επειδή οικονομικά δεν δύναται να πάει εκεί, κουβεντιάζουν με τη μαμά τις εναλλακτικές. Να ξαναδώσει ή να γραφτεί σε κάποιο κολέγιο; Η Εντουίνα τελικά αφήνει την απόφαση στην κόρη της. «Η Αθηνά είναι πια μεγάλη, μπορεί να αποφασίσει για την ζωή της», λέει.

Για το ίδιο πράγμα, το γεγονός ότι είναι πια «μεγάλη», αλλά παρ ‘όλα αυτά ακούει την μαμά της, την κοροϊδεύουν όμως οι έλληνες φίλοι της. «Επειδή τα βράδια και τις Κυριακές είμαι με τους γονείς μου, πάμε μαζί βόλτες ή στην απογευματινή, καθολική λειτουργία», γελάει. «Τα σαββατόβραδα, δε, όταν επιστρέφοντας από τα κλαμπ τους λέω ‘παιδιά αύριο ξεχάστε με, έχει εκκλησία’…μερικοί κολλητοί μου, ακόμα δεν με πιστεύουν!». Η μαμά την κοιτάει και χαμογελάει.

Σε λίγο καιρό, όμως, η Εντουίνα σκέφτεται να επιστρέψει στις Φιλιππίνες. «Θέλω να ξεκουραστώ. Εδώ, όσο έχω δουλεία, δεν πρόκειται να καθίσω», γελάει. Η κόρη, που ξαφνικά θα μείνει μόνη πίσω, σκοτεινιάζει. «Εννοείται πως μέσα μου, δεν θέλω να φύγουν», σχολιάζει. «Έχω συνηθίσει να ζούμε μαζί. Αλλά, είναι δική τους απόφαση. Και να θελα να τους την αλλάξω, δεν κάνει». Η Εντουίνα, ακούγεται πιο αποφασιστική. «Η μικρή μεγάλωσε. Μπορεί να αναλάβει μόνη την ζωή της», επαναλαμβάνει. «Και ο καιρός περνάει γρήγορα. Αν μπορεί να έρχεται κάποια καλοκαίρια να μας βλέπει, δεν θα είναι και τόσο δύσκολο…Ναι;». Η μικρή κουνάει το κεφάλι της. «Ο καιρός, όντως, περνάει γρήγορα», της απαντά, αλλά το χαμόγελό της έχει ήδη φύγει.



5. Αλβανία, (κυρία Bruna και Ιωάννα)

Η Bruna, μια γοητευτική αλβανίδα μαμά, συμμετέχει ενεργά στον αλβανικό πολιτιστικό σύλλογο. Στην πρώτη τους εκδήλωση, θυμάται, είχαν οργανώσει ένα παραδοσιακό γλέντι και λίγο πριν αρχίσει η μουσική διάφοροι συμπατριώτες της ανέβαιναν επί σκηνής να πουν δυο - συγκινητικά ως επί το πλείστον- λόγια για την ξενιτιά. Αλλά η 13 άχρονη κόρη της δεν την άφησε να το χαρεί: κάθε τόσο την παρακαλούσε να της μεταφράσει τίποτα, γιατί απλά δεν καταλάβαινε τι λένε όλοι αυτοί οι κύριοι εκεί πάνω…

«Νιώθω τόσο άβολα με αυτό», μου λέει η Bruna. «Μπορεί να ήρθαμε στην Ελλάδα όταν η Ιωάννα ήταν μόλις τεσσάρων χρονών, να ζει πια σαν ελληνάκι, να μην σκέφτεται να γυρίσει πίσω, αλλά τη γλώσσα της; Να μην καταλαβαίνει τη γλώσσα της; Εγώ προσπαθώ να της τα μάθω, να της μιλάω αλβανικά, αλλά με το σχολείο, τα διαβάσματα και τα αγγλικά δεν προλαβαίνει να το πάρει σοβαρά...»

Η μικρή, μια μικροκαμωμένη και ντροπαλή έφηβος, πάει να της εξηγήσει: «Θέλω να συμμετέχω σε όλα αυτά. Δεν λέω, πατρίδα μου είναι η Αλβανία… Απλά μου είναι δύσκολο όταν δεν καταλαβαίνω τι λέτε…».

Έτσι, η μικρή κάνει παρέα τόσο με ελληνίδες όσο και αλβανίδες, στο σχολείο της στον Ασπρόπυργο. Τρελαίνονται για Παπαρίζου και Σάκη, ενώ τα απογεύματα, μαζεύονται σε σπίτια και διαβάζουν την «Κατερίνα» ή βλέπουν σειρές σε dvd...

Σε αυτά η μαμά της, δεν της χαλάει χατίρι- φτάνει μόνο να διαβάζει. Να προκόψει, να γίνει κάτι. «Θέλω τόσο πολύ να καλοπεράσει στη ζωή της! Να μην τραβήξει όσα πέρασα εγώ! Γι’ αυτό επιμένω στο διάβασμα…». Και η μικρή την ακούει: Είναι πολύ καλή μαθήτρια, θέλει μάλιστα να σπουδάσει ιατρική. Η Bruna το ακούει και λάμπει. Αλλά μετά συμβιβάζεται: «Πτυχίο ας είναι, και ότι να’ ναι!», λέει, ενώ για το μέλλον της Ιωάννας, δεν το κουβεντιάζει…
«Εγώ μπορεί να επιστρέψω, αλλά δεν θέλω με τίποτα η κόρη μου να γυρίσει εκεί, απ’ όπου φύγαμε! Θα προτιμήσω να ζω χώρια από το παιδί μου, αρκεί να ξέρω ότι εδώ θα προκόψει», λέει και την αγκαλιάζει, λες και για να την χαρεί όσο την έχει …

Happy Trafficking!!

Η Ιστορία μιας Σβέτια




Πρώτη Δημοσίευση περιοδικό Εψιλον, Κυριακάτικη ελευθεροτυπία, 2006.

Όταν η μικροσκοπική Σβέτια έφτασε στην Θεσσαλονίκη, δεν ήξερε πια ούτε σε ποια πόλη, ούτε σε ποια χώρα είναι. Δεν μπορούσε να υποψιαστεί τι συζητούν αυτοί οι κύριοι στο lobby του μαγαζιού και γι’ αυτό έμεινε να τους περιεργάζεται αμήχανα και από απόσταση, έτσι- βρεγμένη ως την μέση- που ήταν...
Το σχέδιό της, που μέχρι χθες φάνταζε απλό, ήταν να φύγει από το Ουζμπεκιστάν για ένα χρόνο για να δουλέψει. Είχε μεγάλη ανάγκη από χρήματα. Μεγάλωνε μόνη τον γιό της με μισθό 50 –δικά μας- ευρώ τον μήνα, τα 15 από τα οποία πήγαιναν στο νοίκι. Ψάχτηκε λοιπόν και βρήκε μια δουλειά μέσω του ειδικού πρακτορείου ευρέσεως εργασίας της πόλης της, ως σερβιτόρα σε κάποιο εστιατόριο στην Ελλάδα. 600 ευρώ το μήνα της τάξανε, ένα χρόνο σκέφτηκε μακριά από το παιδί και μετά θα στρώσουν τα πράγματα.
Έτσι κατάφερε να βρεί και δανεικά για τα εισητήρια και τα χαρτιά, να’ναι καλά και το πρακτορείο που τόσο τη βοήθησε, αποχαιρέτησε την οικόγενειά της υποσχόμενη πως θα τους φέρει πολλά δώρα, και την προηγούμενη μέρα μόλις μπήκε- για πρώτη φορά στη ζωή της- σε ένα αεροπλάνο. Με προορισμό την Κωνσταντινούπολη, αρχικά. Έτσι πάς πιο φτηνά και εύκολα στην Ελλάδα, της είπαν οι πράκτορες.
Εκεί, όντως, την περίμενε ένας νεαρός Τούρκος, που την μετέφερε, χωρίς να της πει και πολλά επί ώρες, σε ένα ποτάμι. Όταν φτάσαν, είχε νυχτώσει για τα καλά, και ο Τούρκος της πρόσταξε να αφήσει τις βαλίτσες της. Η Σβέτια, σάστισε, φοβήθηκε, αλλά τι άλλο να έκανε; Τον ακολούθησε και διασχίζοντας τα σκοτεινά νερά του Έβρου περάσαν στην Ελλάδα. «Απέναντι» άλλαξε χέρια που, πάλι χωρίς να της πουν τίποτα, πάλι σε ένα αμάξι, πάλι κάπου την πήγαιναν.
Μέχρι που φτάσαν εδώ, σε αυτό το lobby, και είναι σχεδόν απόγευμα. Και να, επιτέλους, ο καταστηματάρχης έρχεται και της συστήνεται. Τον λένε Τάκη. Και την έχει αγοράσει. Για 3.500 ευρώ. Να κοιτάξει να τον ξεχρεώσει γρήγορα.

Η Σβέτια που ακόμα δεν έχει πολυκαταλάβει τι παίζει σμπρώχνετε σε ένα δωμάτιο. Μέσα εκεί, η νέα της συγκάτοικος φροντίζει να την ενημερώσει στα πεταχτά για το τι πρόκειται να της συμβεί όπου να’ναι και η Σβέτια διαπράττει το χειρότερο σφάλμα όλων: Παθαίνει σοκ και αρχίζει να κλαίει και να τσιρίζει.
Όπως θα συνειδητοποιήσει σύντομα στον κ.Τάκη δεν αρέσουν καθόλου αυτά. Και στη διάρκεια των επόμενων ημερών θα συνειδητοποιήσει και όλα τα υπόλοιπα. Ότι στο διπλανό δωματιάκι θα περνάν από πάνω της ασθαίμοντας διάφοροι «λεβέντες». Ότι θα κακοποείται, μέχρι και με σιδερολοστούς, από τον καταστηματάρχη κάθε φορά που θα αρνείται να μπεί ή θα κλαίει. Θα μάθει πως κανείς δεν θα της δίνει χρήματα, γιατί είναι «αγορασμένη» και έτσι, όταν θα πεινάει, θα πρέπει να παρέχει στους πελάτες της «εξτρά» υπηρεσίες, παίζοντας κάθε φορά κορώνα γράμματα τη ζωή της, για να της αφήνουν κάποιο «πουρμπουάρ». Στο λιγοστό χρόνο που θα είναι μόνη με τα άλλα κορίτσια του μαγαζιού, θα προσπαθούν μουγκά μες στο δωμάτιο να σκεφτούν έναν τρόπο για να διαφύγουν.

Η Σβέτια, λοιπόν, είναι μια γυναίκα- θύμα διεθνικής σωματεμπορίας. Η Σβέτια είναι επίσης μια πολύ τυχερή γυναίκα. Αρχικά γιατί το μαρτύριο της κράτησε λιγότερο από δύο βδομάδες, μέχρι οι αστυνομικοί του Τήματος της Θεσσαλονίκης να κάνουν την θεαματική τους έφοδο στο μαγαζί και να συλλάβουν τον «κ. Τάκη». Τον Δημήτρη Πάλλα, δηλαδή, όπως θα μάθαινε έπειτα ότι είναι το πραγματικό του όνομα. Τον Πάλλα που κατηγορείτο ήδη από το 1997 για βιασμούς, μαστροπεία, παράνομες κατακρατήσεις και σωματεμπορία. Τον γνωστό Πάλλα. Αυτόν που από το 2000 είχε αυτό το μαγαζί, το «Ohio», όπου έφερνε συνέχεια κορίτσια σαν τη Σβέτια όταν δεν συλλαμβάνονταν και δεν μπαινόβγαινε στη φυλακή.
Είναι όμως και πολύ τυχερή γιατί, παρά τους εκφοβισμούς και τις απειλές που υπέστη από τους διακινητές της, τόλμισε τελικά να μιλήσει και να συνεργαστεί με την αστυνομία. Και έτσι σήμερα, δύο χρόνια μετά, είναι πλέον αναγνωρισμένο θύμα trafficking, δέχεται την νομική αρωγή που διακαιούται, έχει νόμιμη άδεια παραμονής στην χώρα μας και προσπαθεί να ξαναφτιάξει βήμα βήμα τη ζωή της. Και αυτός ο τίτλος, του αναγνωρισμένου δηλαδή θύματος στο οποίο παρέχεται αρωγή και προστασία, ξέρετε, σπανίζει. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του Υπ. Δημοσίας Τάξης στη διάρκεια του 2004 τον δικαιούνταν μόνο 46 κοπέλες. Για το πρώτο εξάμηνο του 2005 δε, τα κορίτσια ήταν 11...

Και έχουμε έναν αποκρουστικά μακρύ δρομο μπροστά μας για να σωθούν, όπως η Σβέτια, όλα τα θύματα εμπορίας στη χώρα μας. Διότι οι «θέσεις» αυτών των καταναγκαστικά εκδιδόμενων γυναικών στην Ελλάδα είναι από 6.100 έως 6.250, εκτιμά ο, ίσως καλύτερος γνώστης του θέματος επειδή αφιέρωσε χρόνια ολόκληρα στα σκλαβοπάζαρα των βαλκανίων, σε συζητήσεις με εκδιδόμενες, με πελάτες και με μαστροπούς, ο ερευνητής κ. Γρηγόρης Λάζος. Και χρησιμοποιούμε τη λέξη «θέσεις» διότι δεν μιλάμε για ένα στατικό νούμερο, αλλά για ένα νούμερο που συνεχώς ανανεώνεται με «νέο εμπόρευμα». Με νέα κορίτσια που μεταπωλούνται, συλλαμβάνονται, διώχνονται από την Ελλάδα, ξαναστέλνονται στην Ελλάδα από τους ξένους διακινητές, μέχρι να της ξανασυλλάβουν...

Αλλά μια και πιάσαμε τις σπάνιες ενέργειες ας αναφερθούμε και στην δεύτερη και εξίσου τραγική σπανιότητα, αυτή της τελικής καταδίκης των traffickers: Από το 2002 μέχρι σήμερα, μαζί με τον Πάλλα ήταν όλοι και όλοι τους άλλοι 10 αυτοί που προκάλεσαν τόσο με τη δράση τους ούτως ώστε, να καταδικαστούν. Αλλά αυτό το νούμερο δεν το ανακοινώνουμε. Το μασάμε, το περιπλέκουμε και το μπερδεύουμε με άλλα στοιχεία. Όσον αφορά την καταπολέμηση ολόκληρου του κυκλώματος δε... Αφήστε τα. Τα άλλα μισά στοιχεία είναι είναι, ας πούμε, στην Βουλγαρία. Και αν εκεί η διαφθορά της Αστυνομίας και των προξενικών υπαλλήλων είναι υψηλή, από που να το πιάσεις και που να το αφήσεις...
Αυτό που ωστόσο περιχαρείς ανακοινώνουμε είναι οι συλλήψεις. Εκεί κάτι κάνουμε. Μέσα στο 2004 μόνο καταφέραμε να συλλάβουμε 352 εμπόρους ανθρώπων και το πρώτο εξάμηνο του 2005 πιάσαμε 129. Γράψαμε λοιπόν τα στατιστικά, τα δείξαμε περίφανοι σε διεθνείς εκθέσεις και σε εκείνο το πιεστικό το Στέϊτ Ντεπάρτμεντ που, λύσσαξε πια, δυό χρόνια τώρα μας έχει στην κατηγορία «Χώρας Υπό Παρακολούθηση». Έπειτα νίπτουμε τα χείρας, πιστεύουμε ότι ξεμπερδεύουμε σιγά-σιγά με τον «μπελά»- trafficking και καταφέρνουμε να κοιμόμαστε ήσυχοι τα βράδια. Παρότι γνωρίζουμε με βεβαιότητα ότι οι traffickers γυρνάν συνεχώς πίσω στις «Ρωσίδες» τους...

Οι «Ρωσίδες» που όμως, μαζί με όλα τα υπόλοιπα κορίτσια, αποφέρουν σε κάποιους ετησίως κέρδη εκατομμυρίων. Τα κέρδη αυτά το 2001- 2002, όταν το φαινόμενο trafficking δεν είχε αναγνωριστεί καν ως πρόβλημα και αγοράζονταν και εκπορνεύονταν στην Ελλάδα ανενόνχλητα πάνω από 17.000 γυναίκες ήταν από 920 έως 940 εκατομμύρια ευρώ το χρόνο. Σήμερα μετά τον νέο νόμο του 2002 για το trafficking και τις διεθνείς πιέσεις, που ο αριθμός των θυμάτων εκτιμάται στις έξι και χιλιάδες, τα κορίτσια, δουλεύοντας προφανώς σκληρότερα από ότι θα ήθελε κανείς να νοηθεί, εξακολουθούν να αποφέρουν τρομακτικά κέρδη: Διαλύοντας καθημερινά το κορμί και την ψυχή τους, συγκεντρώνουν περί τα 600 με 620 εκατομμύρια ευρώ ετησίως για τους μαστροπούς τους.

«Επιτυχία» που δεν δικαιούνται βέβαια να χρεωθούν μόνα τους τα κορίτσια. Οφείλεται κατά το ήμισυ και στους Έλληνες «μερακλίδες», όπως συνηθίζει να αποκαλεί τους πελάτες των θυμάτων ο κ. Λάζος. Οι οποίοι, κατέληξε μετά από επίμονες και επικίνδυνες «τοπογραφίες», είναι περίπου 1.100.000 άντρες στην χώρα μας. Το «πράμα», βλέπετε, είναι καλό και φτηνό. Και αν και η συχνότητα των επισκέψεών τους έπεσε αρκετά την τελευταία διετία, κυρίως επειδή δυσκόλεψαν τα οικονομικά τους, το προφίλ του πελάτη είναι σταθερά «ο μέσος Έλληνας». «Είναι αρχικά ο μικροεπαγγελματίας και η υπαλληλία, αν και αυτή φθίνει τα τελευταία χρόνια, πάλι για οικονομικούς λόγους. Και μετά είναι η πανίσχυρη κατηγορία των αγροτών. Ή καλύτερα, αυτή του αγροτικού πληθυσμού». Ηληκιακά τους κατατάσσει κυρίως στην κατηγορία 40 – 50 χρόνων, αν και παρατηρεί ότι ανεβαίνουν πολύ οι ηλικίες 35- 40 και 50- 55.

Και οι γραπτοί και άγραφοι νόμοι της αγοράς εφαρμόζονται παντού: όσο θα υπάρχει τόση ζήτηση θα υπάρχει και προσφορά. Και επίσης ο πελάτης θα έχει πάντα δίκαιο. Και επειδή οι πελάτες δεν «την βρίσκουν» πλέον με κοπέλες εμφανώς χτυπημένες, υποσιτισμένες και απελπισμένες σαν τη Σβέτια, αλλά και για να μην αναγνωρίζονται τόσο εύκολα τα θύματα από την αστυνομία, οι πανέξυπνοι και πάντα ένα βήμα μπροστά από τις αρχές διακηνιτές τους ελίσσονται και αλλάζουν το «ύφος» του trafficking. Αφήνοντας την εποχή της απόλυτης βαρβαρότητας με τους σιδερολοστούς, όταν τα θύματα αυτοκτονούσαν πάνω στην απόγνωσή τους από τα παράθυρα, προσαρμόστηκαν στα νέα δεδομένα των καιρών, για να συνεχίσουν δυνατά. Βρήκαν άλλες τεχνικές, ψυχολογικές κυρίως, για να κρατάνε τα θύματα τους σκλαβωμένα, και δημιούργησαν αυτό που ΜΚΟ και κρατικοί φορείς - ειρωνεία σκέτη- ονομάζουν Happy Trafficking.

Για το πόσο χαρούμενη είναι η νέα του μορφή, κατάφερε πολύ γλαφυρά να μου περιγράψει η Έλενα. Η Έλενα που ξεκινά κατευθείαν να μου μιλά για την πίκρα της, τότε, στα 25, όταν την χώρισε ο επί δύο χρόνια φίλος της...

Τότε ήταν που άρχισε να συνειδητοποιεί ότι δεν την κρατά τίποτα πλέον στην Ρωσία. Ούτε τα 70 ευρώ που έπαιρνε ως δασκάλα, ούτε η μιζέρια της πόλης της. Έτσι, όταν έμαθε για το πρακτωρείο ευρέσεως εργασίας που αναλαμβάνει όλα τα ταξιδιωτικά έξοδα και την γραφειοκρατεία όσων γυναικών θέλουν να μεταναστεύσουν, και εσύ τους επιστρέφεις τα χρήματα όταν αρχίσεις να δουλεύεις, που σου βρίσκει δουλειές με 70 ευρώ την μέρα, πιάστηκε από την ιδέα να ξαναρχίσει τη ζωή της στην -τόσο όμορφη από τις περιγραφές τους- Θεσσαλονίκη. Μετά από τρείς μέρες διαδρομή με λεωφορείο, έφτασε τελικά στην Ελλάδα. Όπως της είχαν υποσχεθεί την παρέλαβε μια κυρία, μια Βουλγάρα. Και όπως την είχε ονειρευτεί η θάλασσα του Θερμαϊκού έλαμπε...
Μεταφέρθηκε σε ενα διαμέρισμα, αλλά μόλις η πόρτα έκλεισε η Βουλγάρα ξαφνικά σοβάρεψε. Της είπε τα διαδικαστικά, ότι πλέον την έχει αγοράσει, ότι θα εκδίδεται όσες φορές της λέει και στο ενδιάμεσο θα είναι κλειδωμένη εδώ μέσα. Α! Και πριν την κλειδώσει προσθέτει πως μόλις χθες βρέθηκε μια σαν και αυτή, σφαγμένη στην παραλία. Γι’αυτό να κάνει καλά την δουλειά της, γιατί εδώ που ήρθε δεν πρόκειται κανείς ποτέ να την ψάξει.
Από εκείνη την πρώτη μέρα στη Θεσσαλονίκη δεν θυμάται πολλά άλλα να μου πεί. Μόνο ότι στο τέλος τη βραδιάς κατέληξε σε ένα νοσοκομείο. Κάτι είχε σπάσει μέσα της, ούτε η ίδια κατάλαβε τί ακριβώς, γιατί ο Φώτης, ο οδηγός που την μετέφερε στους πελάτες, για εκείνο το πρώτο βράδυ είχε κανονίσει δεκατρείς διαδρομές.
Και τις επόμενες μέρες δεν την περίμεναν να αναρρώσει, παρ’όλο που τους έλεγε πόσο πονάει. Ο Φώτης την επέστρεφε και την κλείδωνε στο διαμέρισμα συνήθως το πρωί, στις έξι και η Έλενα διαλυμένη προσπαθούσε να κοιμηθεί για να αντέξει την μέρα που ξημέρωνε. Που θα ξεκινούσε με τον εφιαλτικό κουδούνισμα του κινητού της γύρω στις δώδεκα, για να αρχίσουν πάλι οι επισκέψεις σε σπίτια και ξενοδοχεία. Λεφτά, δεν κράτησε φυσικά ποτέ στα χέρια της. Αυτά τα κανόνιζε ο Φώτης. Τρεφόταν αποκλειστικά με σουβλάκια, που τις έφερνε το πρωί ο Φώτης, ο οποίος είχε και ένα σουβλατζίδικο και τα συνόδευε με απειλές κατά της ζωής της.
Μετά από έναν μήνα η Βουλγάρα έκρινε πως της είχαν σπάσει αρκετά τον τσαμπουκά. Είχαν έρθει και δύο άλλα κορίτσια από την Ρωσία και ο Φώτης θα έπρεπε να αναλάβει τις καινούριες. Οπότε αποφάσισε να δώσει τα κλειδιά στην Έλενα. Από εδώ και πέρα θα δουλεύει «ελεύθερη», της ανακοίνωσε. Θα πηγαίνει με ταξί στους πελάτες της, όταν θα την καλεί. Και να μην τολμήσει να κάνει καμιά χαζομάρα να πάει στην αστυνομία, γιατί όλοι οι αστυνομικοί είναι πελάτες μας και να είσαι σίγουρη ότι θα σε γυρίσουν πίσω. Και όταν σε γυρίσουν, δεν θες να ξέρεις τι περιμένει...
Έτσι η Έλενα για τις επόμενες εβδομάδες κινούνταν ανάμεσά μας, και έτρεμε ελεύθερη καθώς περιπλανιόταν στους δρόμους της συμπρωτεύουσας. Χαμογελούσε για να κρύψει τον τρόμο της μήπως και ο ταξιτζής την καταλάβει και την καταδώσει στην αστυνομία και ζούσε απόλυτα ελεγχόμενη από το κινητό της και από τις αιφνίδιες εφόδους των μαστροπών της...

Και κάπως έτσι το Happy Trafficking, πείτε το όπως θέλετε τέλος πάντων, πέτυχε τον σκοπό του. Όχι μόνο γιατί τα θύματα γίναν υπάκουα και σιωπούν πλέον ή ψεύδονται όταν συλλαμβάνονται, όποτε και απελαύνονται ή επαναπατρίζονται χωρίς να καταδώσουν τους μαστροπούς τους. Όχι μόνο γιατί οι μαστροποί εξακολουθούν και να την βγάζουν καθαρή και να βγάζουν εκατομμύρια...

Πέτυχε κατά βάση γιατί εμείς πλέον, άντρες και γυναίκες, δεν διστάζουμε στη θέα μιας «Ρωσίδας», χαμογελαστής και με κραγιόν, να κάνουμε διάφορους αφθαίρετους συνειρμούς. «Γιατί όλες τους είναι ίδιες». Πέτυχε γιατί περπατώντας στην οδό Ευριππίδου, θα χασκογελάσουμε πονηρά με τις... «Μαυρούλες». Πέτυχε γιατί αλλάξαν οι έννοιες των λέξεων αυτών. Γιατί μπήκαν στο λεξιλόγειό μας, ίσως και στο ίδιο ταξί με μας. Από το οποίο αρκεί εμείς να κατεβούμε όπως-όπως, χωρίς ποτέ να κάτσουμε να παρατηρήσουμε σε ποιό στενάκι θα στρίψει.

Τρεξε Ροζι, τρεξε!

Στις σκοτεινές διαδρομές του μόντελινγκ.




Πρώτη δημοσίευση περιοδικό Εψιλον, Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 2006.

Η Ρόζι Μ. ήταν ήδη λιγάκι ζαλισμένη από το ποτό όταν την πλησίασε ο κ. Σταύρος μες στο κατάμεστο κλάμπ και αναγκάστηκε να του ζητήσει ευγενικά να επαναλάβει αυτό που μόλις της είπε. «Μήπως είστε μοντέλο; Γιατί αν δεν είστε, είναι, πραγματικά, πάρα πολύ κρίμα.», ήταν, στο δεύτερο άκουσμα, οι λέξεις που έκαναν το δεκαεξάχρονο κορίτσι να σταματήσει σιγά σιγά να χορεύει και να αφιερώσει στον κουστουμαρισμένο πενιντάρη την αμέριστη προσοχή της.
Και έτσι αυτός συνέχισε. Είχε κάποιο πρακτορείο μοντέλων, είχε και πολλές άκρες στα καλλιστεία του Αντ1 και θεωρούσε ότι άξιζε οπωσδήποτε να συμπεριλάβει την Ρόζι στην επόμενη διοργάνωση. Η μικρή, ένα κράμα ντροπής, αμηχανίας και ανείπωτης χαράς, πάει να μουρμουρίσει κάτι. Να μην ανησυχεί για τίποτε, την κόβει ο κ.Σταύρος. Εντός της εβδομάδας κιόλας θα της τηλεφωνήσει για να κάνουν κάποιες ζωντανές φωτογραφήσεις, ώστε να αρχίσει να προετοιμάζεται. Θα σκίσει, πάντως, είναι σίγουρος. Έχει δει κορίτσια και κορίτσια, αλλά η Ρόζι έχει αυτό το κάτι...

Το τηλεφώνημα φυσικά δεν άργησε, και μετά από δύο βράδια βρέθηκε, μαζί με καμιά δεκαριά άλλες πιτσιρίκες στον καναπέ ενός μπάρ στου Ρέντη να πίνουν ποτά, όλα κερασμένα από τον ιδιοκτήτη και την παρέα του. Ο κ.Σταύρος ήταν και αυτός εκεί, και της έλεγε να χαλαρώσει και να διασκεδάσει. Όταν όμως με τα πολλά ενημέρωσαν τα κορίτσια πως ξεκινάνε, έδωσαν στην καθεμία και από ένα μπικίνι για να το δοκιμάσουν. Η Ρόζι προς στιγμήν κομπλάρει. Δεν ξέρει αν πρέπει να την κοπανήσει από κεί μέσα μες νυχτιάτικα ή να ακολουθήσει τις υπόλοιπες και να βάλει φρόνημα το μαγιώ της. Τελικά επιλέγει το δεύτερο. Εδω μιλάμε για το όνειρό της. Εδώ μιλάμε, ίσως, για την ευκαιρία της ζωής της. Να την καταστρέψει έτσι επειδή ξαφνικά φοβάται και κάνει σαν μικρό παιδάκι;
Και μετά από λίγο, πάνω στον ίδιο καναπέ που τα πίνανε, και υπό την εποπτεία των αγριεμένων βλεμμάτων του μαγαζιού η Ρόζι θα νιώσει, έτσι ημύγυμνη μες στον κόσμο, για πρώτη φορά την αποθέωση του φακού.
Θα συνεχίσει για άλλες πέντε έξι φορές να ποζάρει σε μπάρ και καφετέριες, σε διάφορες περιοχές της Αθήνας, αλλά για τα καλλιστεία, τον απώτερό της στόχο, ή για χρήματα δεν θα γίνει ποτέ λόγος. Ούτε θα δει ποτέ τις φωτογραφίες αυτές κάπου δημοσιευμένες. Και λίγο πριν αρχίσει να τσινάει η μικρή, ο κ. Σταύρος θα την βγάλει από την μέση. Θα πάψει να της τηλεφωνεί και θα της φορτώσει και έναν δήθεν καβγά με μια άλλη κοπέλα για να την διώξει, καθώς η Ρόζι του βγήκε πολύ «συνεσταλμένη». Δεν έρχεται σχεδόν ποτέ μόνη της στα μαγαζιά ούτε είναι όσο δεκτική θα έπρεπε με τους ιδιοκτήτες ...

Το «κακό», όμως, έχει ήδη γίνει. Το μικρόβιο της έχει μπεί για τα καλά και η Ρόζι πρόκειται να πάρει σβάρνα τα πρακτορεία για να γίνει μοντέλο. Δυστυχώς όμως δεν θα πάει στα μεγάλα, εκεί όπου θα της έλεγαν την αλήθεια. Ότι, δηλαδή, της λείπουν περίπου δέκα πόντοι για να γίνει τοπ μόντελ και ότι τα χαρακτηριστικά της, αν και όμορφα, δεν είναι τόσο λεπτεπίλεπτα όσο θα ήθελαν. Όπου θα την προέτρεπαν ωστόσο να της κάνουν ένα book, να πάει σε κάποια κάστινγκ, για διαφημιτικά, ή και για τίποτα καταλόγους ρούχων. Και δεν ξέρεις ποτέ. Αλλά θα της ξεκαθάριζαν ταυτόχρονα ότι σε αυτό που πάει να μπλέξει θα αφιερώσει πάρα πολλές ώρες, πάρα πολύ τρέξιμο και, σίγουρα, δεν θα της αποφέρει και πολλά χρήματα. Έως λίγα. Θα την παρακαλούσαν, τέλος, να μην το πάρει προσωπικά, γιατί και οι ίδιοι, που βλέπουν εκατοντάδες κορίτσια το χρόνο, νιώθουν τυχεροί αν βρούν μία, άντε δύο, κοπέλες το χρόνο που να έχουν τα φόντα για να κάνουν καριέρα...
Και κάπου εκεί θα της κοβόταν ο χαβάς της μικρής, θα αποφάσιζε να επιστρέψει στις συνομήλικες φίλες της και στο σχολείο που τόσο βαριέται, ενώ εμείς δεν θα είχαμε κανένα ρεπορτάζ...


Παρένθεση. Στην Αθήνα μόνο υπάρχουν σήμερα περί τα εικοσιπέντε πρακτορεία μοντέλων. Από αυτά τα επτά-οχτώ είναι τα σοβαρά, τα γνωστά και μεγάλα πρακτορεία, που «βγάζουν» μοντέλες. Τα επόμενα δέκα περίπου κινούνται στα όρια του επαγγελματισμού, και ασχολούνται κατά βάση με άλλες εκφάνσεις τις μόδας, όπως της διαφημίσεις, τα προμόσιον, μικρά καλλιστεία ή τίποτα καταλόγους.
Παράλληλα, δεν είναι και μικρός ο αριθμός των εν ενεργεία μοντέλων στην Ελλάδα που είναι περί τις 400 κοπέλες. Σε αυτές προστίθονται και 100- 150 ξένα κορίτσια που έρχονται μέσω πρακτορείων για κάποιες βδομάδες στη χώρα μας για να «φτιάξουν» το book τους, και προτιμούνται συνήθως από τα περιοδικά. Τώρα, από τις Ελληνίδες μοντέλες, οι γνωστές, επώνυμες και πλούσιες είναι όλες και όλες καμιά εικοσαριά. Οι επόμενες 150 περίπου καταφέρνουν ως ένα βαθμό να συντηρούνται από αυτό το επάγγελμα, με πάρα πολύ τρέξημο όμως, αν αναλογιστεί κανείς ότι μια φωτογράφιση σε περιοδικό, ένα fashion editorial, αποφέρει σε μια κοπέλα μόνο περί τα 200 ευρώ μεικτά, από τα οποία το 30 % πάει στο πρακτορείο της. Και υπόλοιπες 200 μοντέλες τρέχουν και αυτές, ανάλογα με την αντοχή της καθεμίας και την θέλησή της για να παραμείνουν στον χώρο.
Αυτά για τα σοβαρά πρακτορεία και για τις «επίσημα» μοντέλες. Γιατί από εκεί και έπειτα ξεκινάει το χάος: Ένα πλήθος κοριτσιών που θέλουν και αυτές να γίνουν μοντέλα, περίπου έξι πρακτορεία που δεν τα έχει κανείς στην πιάτσα καν ακουστά συν καμιά εικοσαριά, κάθε βδομάδα, αγγελείες σε εφημερίδες με τηλέφωνα πρακτορείων-εκτροπές σε κινητά.
Από εκεί και πέρα ξεκινάει μια μικρή, δηλαδή, αλλά δυναμική, παραβιομηχανία της μόδας που χτίζεται πάνω στις ματαιόδοξες και ανήλικες πλάτες εκατοντάδων κοριτσιών σαν την Ρόζι και ανθεί με τη βοήθειά τους. Λειτουργεί με τους δικούς της κανόνες, το δικά της δοκιμασμένα τρικ, για τα οποία όλοι οι υπόλοιποι της πιάτσας παραδέχονται ότι «γίνονται επικίνδυνα πράγαμτα», αλλά κανείς δεν ξέρει να σου πει επακριβώς τι κάνουν.
Το γεγονός πάντως, αυτό καθ αυτό, ότι παρελαύνουν κάθε χρόνο συνολικά τόσα κορίτσια που θέλουν διακαώς να γίνουν μοντέλα από όλα αυτά τα πρακτορεία, μην σας κάνει ιδιαίτερη εντύπωση. Όπως μας πληροφορούν από τα πρακτορεία πρόκειται για «νόστιμες», «ξεπεταγμένες» νεαρές, που ακούν συνέχεια από φίλους και γνωστούς πόσο όμορφες είναι και έχουν μια εντελώς διαστρευλωμένη εικόνα της μόδας στο μυαλό τους. Αυτή του απόλυτου γκλάμουρ, των φλάς, της εύκολης ζωής και των τρελών κασέ. Οπότε όταν έρθει και ένας ξένος, μεγαλύτερος, που φαίνεται να ξέρει πράγματα και τους επιβεβαιώσει με τις κατάλληλες λέξεις το «ψώνιο» τους σιγοντάροντας ταυτόχρονα αυτή την εικόνα τους για τον χώρο, το κοριτσάκι γίνεται το πιο εύκολο θύμα στον κόσμο.
Και τόσο λόγω του αριθμού τους όσο και της πίεσης τους, μέσω των αγγελειών αλλά και του επιτυχημένου scouting σε μπάρ και σε κλάμπ, είναι πιθανότερο μια πιτσιρίκα να πέσει πάνω στα «δεύτερα», παρά στα σοβαρά πρακτορεία. Στα σοβαρά, άλλωστε, πρακτορεία τείνουν να πηγαίνουν κυρίως φιλόδοξες μαμάδες συνοδεύοντας τα δεκαπενάχρονα καμάρια τους, για να υλοποιήσουν το όνειρο αμφοτέρων για μια καριέρα στο μόντελινγκ. Η μαμά της Ρόζι όμως, δεν έχει χρόνο για τέτοια. Δουλεύει κάτι τρελά ωράρια σε ένα κομμωτήριο και όσο για τον μπαμπά της...Αφήστε τα. Απ’όταν έμεινε από απουσίες πέρσυ η μικρή, δεν μιλάνε πια καθόλου. Κλείνει η παρένθεση και πάμε πίσω στη Ρόζι, γιατί περιμένει.

Περιμένει τον κ. Χρήστο, ξεπαγιασμένη από το κρύο, σε ένα υπόγειο μιας μονοκατοικίας κάπου στα βόρεια προάστια και κρατάει ακόμα το απόμμα με το όνομα και τη διέυθυνση του πρακτορείου. Ήρθε μαζί με τον φίλο της από τον Πειραιά μες στα χιόνια για το interview και έτρεμε, όχι μόνο από το κρύο, καθώς έψαχνε μες στα στενάκια αυτό το σπίτι. Δεν έκανε όμως πίσω και μπήκε τελικά τσεκάροντας ξανά και ξανά το απόκομμα με τον αριθμό του σπιτιού. Στον χώρο του υπογείου χαζολογούν διάφορα πιτσιρίκια, αγόρια, κορίτσια και οι φίλοι τους, που συστήνονται ως μοντέλα. Και να και ο κ.Χρήστος, ένας νεαρός τυπάς, που παίρνει την Ρόζι από το χέρι και την πάει στη διπλανή αποθήκη για να γνωριστούνε.

Εκεί μέσα, όπου με τα βίας στριμώχνονται δύο καναπεδάκια και ένα τραπέζι, της τονίζει ότι δεν έχει καμία ανάγκη γιατί είναι πολύ όμορφη, ότι θα πρέπει ωστόσο να του τηλεφωνεί συχνά γιατί έχει πάρα πολλά κορίτσια στο πρακτορείο αλλά και πως η δουλειά αυτή είναι διασκέδαση. Η Ρόζι συμφωνεί και επαυξάνει αγχωμένα. Τον διαβεβαιώνει πως όταν θέλει κάτι πολύ το κυνηγάει. Πώς βάζει μεγάλους στόχους. Πως το σχολείο είναι ένας μικρός στόχος που δεν την ενδιαφέρει.
Ο κ.Χρήστος κουνάει το κεφάλι του εις ένδειξη συμφωνίας και παίρνει τα στοιχεία της. Όταν της ζητάει και κάποιες φωτογραφίες, η μικρή ψαχουλεύει αμήχανα μες στην τσάντα της. «Είναι λίγο παλιές, δεν φαίνομαι πολύ καλά...», δικαιολογείται και κρέμεται από τα χείλη του. Ο κ. Χρήστος τις βλέπει και χαμογελάει. Του αρέσουν πολύ. Θα τις κρατήσει, λοιπόν, και η μικρή χαλαρώνει.
Και είναι έτοιμη να της τραβήξει ένα βιντεάκι. Το κάνει αυτό σε όλα τα κορίτσια που έρχονται, αν και έπειτα τις παραπέμπει να πάνε και οι ίδιες στις εταιρείες παραγωγής διαφημιστικών για να τους κάνουν εκεί και ένα επαγγελματικό βίντεο. Σε περίπτωση που θελήσουν κάποιες κοπέλες για κομπάρσους σε μια διαφήμιση ή για κοινό σε κάποια τηλεοπτική εκπομπή, ο κ.Χρήστος τις ενημερώνει τηλεφωνικώς και τις στέλνει στο γύρισμα. Κρατάει περίπου το μισό της αμοιβής που είναι γύρω στα 100 ευρώ μεικτά για συμμετοχή σε σποτ, 50 ευρώ μεικτά για συμμετοχή στο κοινό. Αλλά τα καλά λεφτά «παίζουν» αν στείλει κάποιον «πρωταγωνιστή» σε τόκ σόου, όπου θα πεί τον πόνο του. Εκεί μιλάμε για 3000 ευρώ, αλλά μέχρις στιγμής εχει στείλει μόνο τρεις-τέσσερις.
Όλα αυτά δεν τα ξέρει βέβαια ακόμα η μικρή. Το μόνο που ξέρει είναι ότι άρεσε στο κ.Χρήστο, ότι τα πήγε καλά και όταν, σε λίγες μέρες, το τηλέφωνό της χτυπά και της λέει να ετοιμαστεί για ένα διαφημιστικό γύρισμα, η Ρόζι νιώθει πιο κοντά στον στόχο της παρά ποτέ.

Για καμιά βδομάδα δεν μιλάμε. Την έχω αφήσει τρισευτυχισμένη, να ανυπομονεί για το πρώτο της «γύρισμα». Και την ξαναπετυχαίνω ένα ράκος. Το γύρισμα διήρκεσε δώδεκα ατελείωτες ώρες ορθοστασίας, όπου κρατούσε ένα δίσκο στο χέρι καθώς ο ρόλος της ήταν αυτός της σερβιτόρας και κανένας δεν της απηύθυνε το λόγο. Όσο για φλας, φώτα, γκλάμουρ και λάμψη; Ούτε ίχνος. Μόνο 40 ευρώ που πήρε στο τέλος στο χέρι και έπειτα έφυγε.
Ο κ.Χρήστος; Είναι πολύ καλό παιδί μου λέει, αλλά δεν έχει να την στείλει κάπου αλλού τώρα. Κάτι της είπε και αυτός για ένα σόου, αλλά επειδή δεν ανέφερε τίποτα για λεφτά δεν το ρισκάρει πάλι.
Ίσως γι’αυτό ξαφνιάζομαι πραγματικά όταν ολοκληρώνει λέγοντάς μου με απόλυτη αποφασιστικότητα πως «απ’ότι καταλαβαίνεις δεν υπάρχει περίπτωση να το βάλω τώρα κάτω!» Αλλά πριν σπεύσει να ξανααρπάξει το τηλέφωνο προλαβαίνω να την πείσω για το εξής: από δω και πέρα να πηγαίνουμε παντού μαζί.

Και μετά από κάποιες πολλαπλά ερμηνεύσιμες τηλεφωνικές συνομηλίες, κύριοι που την αποκαλούν «μωράκι» και κατά τα άλλα της μιλούν στον πληθυντικό, κοινούς περιπάτους μας σε πρακτορεία σοβαροφανή ή μη, η μικρή πετυχαίνει «διάνα». Ένα πρακτορείο που την θέλει μόνο για φωτογραφήσεις, όχι διαφημισείς και σαχλαμάρες, και τις λέει και ότι αν είναι καλή έχει άμεση προοπτική για το εξωτερικό. «Φυσικά και θα πάμε στον κ.Δημήτρη», μου λέει λοιπόν η Ρόζι.
Και φυσικά ο κ. Δημήτρης, με τον κωμικά χοντρό φακό γυαλών μέσα από τον οποίον δεν φαίνονται με τίποτα τα μάτια του, της χαρίζει ένα πλατύ χαμόγελο ικανοποίησης με το που την βλέπει. Είναι τέλεια! Και είναι μόνον 16! Μόνο που του κόβεται το γέλιο μαχαίρι όταν συνειδητοποιεί ότι η μικρή συνοδεύεται. Πέφτει επιτόπου το συνθηματικό τηλεφώνημα στον συνέταιρο: «Η κοπέλα είναι πολύ... αδύνατη. Αλλά ερχόμαστε από εκεί. Ετοιμάσου», και σε όλη τη διαδρομή από το τρένο του Πειραιά μέχρι το «στούντιο», έχει πάψει να ασχολείται με την μικρή και προσπαθεί εναγωνίως να καταλάβει τι ρόλο παίζω εγώ.
Αλλά μες στο ασανσέρ, στο δικό του έδαφος πλέον, η Ρόζι εγκλωβίζεται. Τα σώματα εφάπτονται, τα βλέμματα δεν διασταυρώνονται, η αμηχανία ξεκινά. Για πέντε ορόφους. Ώσπου να μας ανοίξει την πόρτα ο Σπύρος, ο φωτογράφος και συνέταιρός του, που με αργές κινήσεις μας καλωσορίζει στο «στούντιο», ένα σαλόνι με τρίποδες, φώτα και έναν υπολογιστή, όπου πλανάται μια ανησυχητική σιωπή. Οι δυο κύριοι συννενοούνται μεταξύ τους βουβά, η Ρόζι λουφάζει σε έναν καναπέ και εγώ δεν μπορώ να πάρω το βλέμμα μου από τις δύο κλειδωμένες πόρτες στο διάδρομο.
Τελικά της απευθύνουν το λόγο. Και της λένε κάτι μισόλογα. Αν θέλει να ξαναέρθει αύριο, να νιώθει πιο άνετα, για να την φωτογραφίσουν. Η να τις δώσουν τώρα ένα μαγιουδάκι, αλλά ίσως καλύτερα αύριο;... Η Ρόζι ενίσταται. Δεν γδύνεται με τίποτα! Ο κ. Δημήτρης δεν καταλαβαίνει γιατί. «Ποιό είναι το πρόβλημά σου; Μια χαρά είσαι!» Ο φωτογράφος γουρλώνει τα μάτια του προς εμένα. «Δεν είναι έτοιμη η κοπέλα, άσ’την», του λέει. Δεν βγαίνει άκρη.
Η μικρή ζητάει να της δείξουν κάτι από τη δουλειά τους. Δεν βρίσκουν τίποτα. Μόνο έναν μικρό κατάλογο μιας δεύτερης βιοτεχνίας ρούχων. «Α! Έχουμε στον υπολγιστή, και μια παρουσίαση ενός κάστινγκ», λένε, και στην οθόνη αρχίζουν να εναλλάσσονται κάποια κορίτσια ολόγυμνα ή με μαγιώ. Η Ρόζι παγώνει. Αναγνωρίζει κάποιες φάτσες. Κάποια κορίτσια από τα μπάρ και τα καφέ όπου πήγαινε και αυτή, αλλά δεν μιλάει. Η υφέρπουσα διαστροφή στον χώρο αρχίζει να μου γυρνάει και μένα το στομάχι και κάνω πως σηκώνομαι. Η Ρόζι ανασαίνει.
Στην πόρτα όμως ο κ.Δημήτρης της φράζει το δρόμο. Να χαλαρώσει, της λέει. Είναι πολύ ωραία, πρέπει να γίνει λιγάκι πιο προκλητική μόνο, για να συνεργαστούνε. Γυρνάνε πορνό. Πως το λένε, αισθησιακές ταινίες, τα λεφτά είναι καλά και θέλουν πολύ να συμμετάσχει και αυτή. Και να μη φοβάται καθόλου, οι ταινίες πάνε κατευθείαν στο εξωτερικό... Ο φωτογράφος μπαίνει πάλι στη μέση. Το μουρμουριτό κόβεται απότομα. «Άρχισε την πάρλα», μου χαμογελάει και κοιτάει την Ρόζι: «Εσένα θα σου ξανατηλεφωνήσουμε».

Ακριβώς μια εβδομάδα μετά, ξαναβρισκόμαστε με την Ρόζι στην δικιά μας φωτογράφηση πλέον. Η μικρή τα πάει περίφημα. Ο δικός μας φωτογράφος είναι πολύ ικανοποιημένος. Με την πρώτη ευκαιρία η Ρόζι ξεγλιστρά για δυο λεπτά για να έρθει να μου πει, με μάτια που αστράφτουν, τα νέα: ένα από τα πρακτορεία που πήγαμε επικοινώνησε μαζί της και θα της κανονίσει μια δουλειά. Ανυπομονεί να έρθει η ώρα για να πάει! Κάτι της λέει ότι αυτή η φορά θα είναι η φορά της!!