Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρασκευή, 11 Δεκεμβρίου 2009

Πελαργός Χωρίς Σύνορα

Πρώτη Δημοσίευση "ΕΨΙΛΟΝ", Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 2008.




Όταν ο θείος μου, που ζει στο εξωτερικό, αποφάσισε να υιοθετήσει δύο μαυράκια από την Αιθιοπία, ένιωσα κάτι σαν δέος. Όχι όμως εξαιτίας της αναμφισβήτητης σπουδαιότητας αυτής της πράξης, αλλά γιατί από το ξεπλυμένο μυαλουδάκι μου παρέλασαν αυτομάτως πλήθος φανταχτερών εικόνων και σελέμπριτι. Τις ξέρετε, υποθέτω: η Μαντόνα δάκρυσε, η Τζολί χαμογέλασε, πρωτοσέλιδα νανουρίσματα ήχησαν, πέπλα φιλανθρωπίας σκέπασαν σκοτεινά σκάνδαλα, είδα ξυπόλυτα αγρίμια να μεταφυτεύονται σε πολύβουες μεγαλουπόλεις και να εγγράφονται σε ελιτίστικα κολέγια.... Το βρήκα «τρέντυ», «ιν», «προχωρημένο». Ντροπή μου. Η εικονική πραγματικότητα όχι μόνο κατάπιε την πραγματικότητα, αλλά εξαφάνισε για μια στιγμή ολόκληρο το νόημα μιας πράξης υπέρτατης αγάπης.
Την ίδια ακριβώς στιγμή, δύο γενιές πίσω και έτη φωτός μακριά από ιλουστρασιόν πραγματικότητες, στο χωριό, όταν η γιαγιά άκουσε το ίδιο μαντάτο, έμεινε άφωνη: Δεν της βγήκε ούτε γέλιο ούτε δάκρυ. Το κατάπιε αμάσητο. Και μόνο μετά το πρώτο της μούδιασμα, που κράτησε ωστόσο περίπου μισό χρόνο, όταν ο θείος ετοίμαζε πια βαλίτσες για Αιθιοπία, η γιαγιά τόλμησε να ψελλίσει μια- δυο απορίες. «Πόσο μαύρα θα είναι;», ήταν η πρώτη. Και αν μπορούν να βαφτιστούν με φυσιολογικά, ορθόδοξα ονόματα η δεύτερη. Να μην φωνάζει διαρκώς τα νέα της εγγόνια με αυτά τα κουλά, αφρικάνικα δισύλλαβα... Ήταν εμφανές ότι η πραγματική πραγματικότητα ξεπερνούσε την γιαγιά μου εντελώς.

Τώρα, δεν ξέρω πια από τις δύο αντιδράσεις ήταν η πιο τραγελαφική, αλλά της γιαγιάς, πες, ενείχε μια κάποια λογική: στο εξωτερικό η θέα ενός λευκού ζευγαριού που μεγαλώνει παιδιά άλλης φυλής είναι κάτι σχεδόν σύνηθες. Στην Ελλάδα ωστόσο η υιοθεσία από μόνη της – και διαφυλετική να μην είναι- αποτελεί ακόμα ταμπού για τον μέσο Έλληνα, που θα το κρύβει, συνήθως, επιμελώς και θα το καμουφλάρει τεχνηέντως από τον κοινωνικό του περίγυρο.
Την περίπτωση που το «μυστικό» δεν καμουφλάρεται (με τίποτα) η γιαγιά δεν την είχε διανοηθεί. Πώς; Να μην κρύβεται ούτε από τον πιο κακοπροαίρετο γείτονα, ούτε την πιο ακατάλληλη στιγμή, ούτε στην πιο τρυφερή επαφή;
Μου κίνησε και μένα το ενδιαφέρον- και τότε ξεκίνησε μια μακρά περιπλάνηση στην, για τη χώρα μας, ομιχλώδη και άγρια παιδική χαρά των διαφυλετικών υιοθεσιών…


«Το βασικότερο είναι ότι η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα στην Ε.Ε. που δεν έχει επικυρώσει την Διεθνή Συνθήκη της Χάγης, νομοθεσία που ρυθμίζει τις διακρατικές υιοθεσίες. Από εκεί ξεκινά το ‘μπέρδεμα’», μου λέει η Μαρία Δ. που αρχικά ήθελε να υιοθετήσει κινεζάκι.
Η Μαρία είναι γιατρός, σπούδασε και δούλεψε στην Κίνα, μια χώρα που αρνείται σθεναρά οποιαδήποτε συνεργασία με την Ελλάδα, λόγω της μη επικύρωσης. «Έτσι, μαζί με μια κοινωνική λειτουργό της Πρόνοιας ξετρυπώσαμε ένα παραθυράκι του νόμου, που λέει πως η Ελλάδα, παρ’ ότι δεν τις επικυρώνει, ταυτόχρονα δεν απαγορεύει τις διακρατικές υιοθεσίες. Και, ευτυχώς, για την Πρόνοια της Ταϊλάνδης αυτό ήταν αρκετό».
Σήμερα, ένα χρόνο μετά, η Μαρία βρίσκεται με τον σύζυγο της στο τελικό στάδιο. Σε λίγο φτάνει από την Ταϊλάνδη η μικρή φωτογραφία της μεγάλης τους χαράς - αλλά ο θυμός της παραμένει τεράστιος: «Δεν ξέρω γιατί δεν επικυρώνεται! Είναι άλλη μια κλασική ‘εκκρεμότητα’ του ελληνικού κράτους; Γίνεται για να συντηρεί ένα παράνομο κύκλωμα που σέρνεται γύρω από τις υιοθεσίες; Πάντως συμβαίνουν απαράδεκτα, αστεία πράγματα εδώ! Εμείς, δηλαδή, που δεν θέλαμε να αγοράσουμε Βουλγαράκι με 30.000, ούτε να ψωνίσουμε στα χωράφια του Γέρακα ένα μωρό… είδαμε και πάθαμε! Και δεν είμαστε οι μόνοι: Παρακολουθώ ασθενείς που έχουν κάνει 10 προσπάθειες για εξωσωματική, η ταλαιπωρία είναι εμφανέστατη στο σώμα τους, οικονομικά έχουν διαλυθεί, συναισθηματικά είναι ακόμα χειρότερα, και δεν μπορούν ή δεν ξέρουν πως να υιοθετήσουν νομίμως»!

Σε ένα άλλο σπίτι στην Κυψέλη, ο μικρός Ταϊλανδός έχει ήδη φύγει για το σχολείο. Η μαμά του, ονομάζεται Ιωάννα Κ., μου προτείνει καφέ ενώ θυμάται πως πρωτοδιάβασε το φυλλάδιο που αναγράφει τα απαραίτητα πιστοποιητικά που απαιτεί η Πρόνοια της Ταϊλάνδης το 2000.

-Ανάμεσα στις βεβαιώσεις για την οικονομική και ιατρική μας κατάσταση απαιτούνταν και μια έκθεση μιας κοινωνικής υπηρεσίας για την καταλληλότητά μας. Η Νομαρχία, όμως, που δύναται να το διεκπεραιώσει αυτό, μου φάνηκε από την τηλεφωνική μας επικοινωνία υπερβολικά καχύποπτοι. Κάναν σαν να σκαρώνουμε μια ιδιωτική υιοθεσία και τους θέλουμε για βιτρίνα! Έτσι, απευθύνθηκα στο ελληνικό παράρτημα μιας Διεθνούς Κοινωνικής Υπηρεσίας. Αυτοί ετοίμασαν την έκθεση και έστειλαν όλο τον φάκελο στην Πρόνοια της Ταϊλάνδης.
-Πότε σας απάντησαν;
- Μετά από δύο χρόνια. Στο μεταξύ, όμως, έμεινα έγκυος στη βιολογική μου κόρη και τους κάλεσα να τους ενημερώσω και να τους εξηγήσω πως παρ’ όλα αυτά θέλουμε να συνεχιστεί η διαδικασία. Αυτοί, λοιπόν, είχαν την σοφία και την γνώση να τρενάρουν λιγάκι το θέμα ώστε να προλάβω να γεννήσω και να μεγαλώσει κάπως το παιδί. Αλλιώς η απάντηση θα ερχόταν νωρίτερα.
-Πήγατε στην Ασία οι τρεις σας;
-Ναι και ήταν φοβερά οργανωμένοι. Μας παρέλαβε μια κοινωνική λειτουργός της Πρόνοιας, η υπεύθυνη του φακέλού μας, και μας πήγε στο ίδρυμα. Το οποίο, ευτυχώς, ήταν σε εξαιρετική κατάσταση και έτσι κόπασε η φοβερή αγωνία που είχα για το αν πρόσεχαν τον γιο μου μέχρι να πάω να τον πάρω. Έπειτα περιμέναμε σε ένα σαλονάκι, μέχρι που κατέφθασε μια τροφός και τον ακούμπησε στην αγκαλιά μου.
- Πώς να το φανταστώ;
- Έχεις παιδιά; Όχι; Τότε δεν μπορείς. Είναι ακριβώς όπως όταν μου έφεραν την κόρη μου στο μαιευτήριο. Βέβαια φορούσα ρούχα και ήμουν όρθια, αλλά τα συναισθήματα ήταν αντίστοιχα. Ίδιας έντασης. Έπειτα μας έδειξαν τους χώρους όπου κοιμόταν και έπαιζε στο ίδρυμα, αλλά η φόρτιση ήταν τόσο μεγάλη, που αν είχαμε περισσότερους φίλους μαζί θα κατορθώναμε να βγάλουμε περισσότερες φωτογραφίες- για τον μικρό περισσότερο. Για να τις έχει όταν θα τις ζητήσει. Κάτι κουτσοκαταφέραμε και μόνοι μας, πάντως…
- Γιατί μια διαφυλετική υιοθεσία;
-Είχα ένα όνειρο, από κοριτσάκι, να κάνω μια υιοθεσία. Ή δύο, ή τρεις… Γιατί; Μου φαίνεται τόσο φυσικό που δεν μπορώ να το αναλύσω. Μάλλον σκέφτομαι: γιατί οι άλλοι δεν το θέλουν; Όταν έφτασε όμως η στιγμή να το αντιμετωπίσω, αποφάσισα πως αν εμπεριέχει οποιαδήποτε οικονομική συνδιαλλαγή, δεν πρόκειται να το κάνω. Όσον αφορά το «Μητέρα», δε, καθυστερεί υπερβολικά και αυτό που «ψάχνουν» όλο το μεσοδιάστημα… δεν θα το άντεχα. Ούτε θα άντεχα να ζει και να ιδρυματοποιείται το παιδί μου εκεί, όσο εγώ απλά το περιμένω. Έτσι στραφήκαμε σε άλλες χώρες. Αλλά στα Βαλκάνια η κατάσταση δεν είναι καλή: Πάλι υπάρχει η φήμη της οικονομικής συνδιαλλαγής, και ότι εσύ διαλέγεις το παιδί σου. Για την Ταϊλάνδη, γνώριζα από μια γνωστή μου που το έχει κάνει παλιότερα, πως ούτε θα πλήρωνα, ούτε θα καλούμουν να το διαλέξω. Και, επειδή ποτέ δεν ήθελα να υποκριθώ ότι είναι δικό μου παιδί- αντιθέτως ήθελα να περπατάμε στο δρόμο και να το καταλαβαίνουν- δεν με ένοιαζε η άλλη φυλή.
- Σας κοιτάν περίεργα στο δρόμο;
- Ειλικρινά; Ο άντρας μου λέει ναι. Εγώ απλά δεν προσέχω (ανέκαθεν) τα βλέμματα των άλλων. Χαζεύω μόνο τις βιτρίνες. (γέλια) Κοίτα, οι κοινωνικοί παράγοντες δεν με προβλημάτισαν: μεγάλωσα σε μια επαρχιακή πόλη όπου ζούσε η γνωστή που σου προανέφερα με το Ταϊλανδάκι - όταν όχι απλά δεν έβλεπες άνθρωπο άλλου χρώματος, ούτε άλλης εθνικότητας- χωρίς κανένα πρόβλημα! Σπούδασα στη Θεσσαλονίκη μια εποχή που γινόταν τεράστιες αλλαγές και δεν έμπαιναν θέματα ρατσισμού. Συνέχισα στη Γαλλία, που ξέρεις φαντάζομαι πόσο πολυπολιτισμική είναι. Και τώρα ζω στην Κυψέλη– όπου βρίσκονται όλες οι φυλές του κόσμου! Και είμαι πεπεισμένη πως, ανεξαρτήτως φυλής, μπορώ να στηρίξω τα παιδιά μου σε όλα τους τα προβλήματα εφ’ όσον ζω. Και έχω εμπιστοσύνη σε αυτό.
- Εγώ ανήκω στη εποχή της Madonna... Και αναρωτιέμαι: κάνατε υιοθεσία η φιλανθρωπία;
- Ακούω συχνά «μπράβο που κάνατε αυτό το καλό»! Αλλά δεν το δέχτηκα ποτέ... Αντιδράω! Το «καλό» είναι που ήρθε ο Ιουλιανός στη ζωή μας! Αυτές οι διαστάσεις, ξέρεις, δίδονται από ανθρώπους που «ζουν» το θέμα από τα σαλόνια τους. Στους εκ των έσω, αυτά ακούγονται αστεία...


Στους επίσημους φορείς όλα αυτά ακούγονται σπάνια: στην Πρόνοια της Νομαρχίας Πειραιά δε έχουν βρεθεί ποτέ αντιμέτωποι με μια αίτηση διαφυλετικής υιοθεσίας. Στον τομέα της Αττικής ήταν καμιά δεκαριά όλες και όλες για Ταϊλάνδη, και, ναι, θυμούνται και κάποια για Κονγκό. «Λίγα πράγματα, πάντως. Δεν είναι εύκολη απόφαση», μου λέει η κυρία Αριάδνη Μαραγκάκη, διευθύντρια της Κοινωνικής Υπηρεσίας.
Στο κέντρο βρεφών «Μητέρα», πάλι, κάτι πάει να αλλάξει... Είναι η δεύτερη πιθανότητα διαφυλετικής υιοθεσίας για τους Έλληνες, καθώς και κει υπάρχουν κατά καιρούς μαυράκια και μυγαδάκια, από γονείς μετανάστες. Σε σύγκριση με δυο δεκαετίες πίσω, λοιπόν, μας λένε, όταν τα έγχρωμα προς υιοθεσία παιδιά έμεναν επί χρόνια στα «αζήτητα», καταδικάζονταν στον απόλυτο ιδρυματισμό και μόνο τα «τυχερά» υιοθετούνταν από ζευγάρια του εξωτερικού, τελευταία πιο εύκολα κάποια ζευγάρια αδιαφορούν για το χρώμα του παιδιού τους. Όπως αδιαφόρησαν ο Μιχάλης και η Έλλη…

Αυτοί, ξεκίνησαν πριν κάποια χρόνια στο «Μητέρα» την διαδικασία υιοθεσίας, αποσκοπώντας εξαρχής σε ένα έγχρωμο παιδάκι. «Αυτό θα επιτάχυνε κατά πολύ το θέμα- και λογικά: θέλαμε ένα παιδί απ’τα ‘αζήτητα’, που δεν το έπαιρνε κανείς. Είχε φτάσει τρεισήμισι χρονών να μην έχει αντικρίσει τον έξω κόσμο! Να μην ξέρει σχεδόν καθόλου να μιλάει καθώς περιστοιχιζόταν από βρέφη. Το χρώμα της δεν μας ένοιαζε καθόλου. Θέλαμε μόνο να είναι γερό», μου λέει η Έλλη, που όντως, εννιά μόλις μήνες μετά την έγκριση την υιοθεσίας, πήρε μια μικρή μυγαδούλα έξω από το ίδρυμα, στο σπίτι τους, να της δείξουν τον κόσμο…

«Και τότε συνέβησαν πράγματα τρελά! Η Αγγελική ήταν σαν Άλιεν! Κάναμε άπειρα χιλιόμετρα μέσα στο ‘Μητέρα’ για να συνηθίσει τι είναι το ‘αυτοκίνητο’. Και όταν πρωτοεπιχειρήσαμε να εξέλθουμε από εκεί, της τάξαμε πατάτες που τις λάτρευε. Στην διαδρομή όμως, άρχισε να ζορίζετε επικίνδυνα στο πίσω κάθισμα, και κάναμε μια στάση να κατέβει. Τότε είδε ένα σκυλί και έπαθε το δεύτερο σοκ! Αμέσως μετά πέταξαν και κάτι περιστέρια στον ουρανό, και τρελάθηκε πάλι… Κάποτε, φτάσαμε στα Goodys αλλά αντικρίζοντας επιτέλους τις πολυπόθητες πατάτες, αναφώνησε: ‘τι είναι αυτό; Δεν το θέλω!’. Γιατί δεν τις είχε ξαναδεί ποτέ σ’αυτή τη μορφή…». Η Έλλη μου τα αφηγείται σήμερα με ένα γλυκόπικρο χαμόγελο.

Η Αγγελική, λοιπόν, ήταν tabula rasa και έπρεπε να εξοικειωθεί με τα πάντα: Από το τι σημαίνει σπίτι και πολυκατοικίες, έως το τι θα πει δικό μου και δικό σου για να μην κουβαλάει το πιάτο «της» ολημερίς μαζί της. Να ξεπεράσει την πεποίθηση πως το βράδυ σηματοδοτεί την αυτόματη έφοδο των «μπαμπούλων», εκφοβισμό που χρησιμοποιούσε η μοναδική βρεφοκόμος της νυχτερινής βάρδιας προκειμένου να ησυχάσει γρηγορότερα τα δεκατέσσερα μωρά (!) του συγκεκριμένου περιπτέρου και να συνειδητοποιήσει ότι δεν «φύτρωσε», πως υπάρχουν οικογένειες με γιαγιάδες, παππούδες και ξαδέρφια εδώ «έξω».

«Το χρώμα της, λοιπόν, ήταν ένα επιπλέον πρόβλημα, μετά από όλα αυτά», λέει ο μπαμπάς της. Τον ρωτάω αν ήταν επαρκώς προετοιμασμένος γι’ αυτό το τελευταίο. «Ναι, θεωρητικά. Τελικά όμως τα αντιμετωπίζεις πάντα μόνο τη στιγμή που παρουσιάζονται. Όσο και να θέλω, δεν μπορώ να προβλέψω τι πρόβλημα θα αντιμετωπίσει αύριο ας πούμε στην εφηβεία της. Αλλά δεν μπορώ να της συμπεριφέρομαι και άλλο ως παιδί από ίδρυμα. Αυτό πάει. Μέσα της έγραψε ότι έγραψε και τώρα θα αντιμετωπίσει τα προβλήματα της ζωής που βιώνουν όλα τα παιδάκια. Με το σχολείο της, τους συμμαθητές, τις παρέες. Γιατί τα παιδάκια είναι πάντα κακά, δεν σου χαρίζονται. Εμείς απλά της λέμε, ότι δεν είναι θέμα μαύρου ή άσπρου- σε κοροϊδεύουν έτσι και αλλιώς αν είσαι κοντός, χοντρός ή με γυαλιά. Προσπαθούμε να την βάλουμε σε αυτή τη λογική»...
Και όσον αφορά τις ερωτήσεις της μικρής για το χρώμα της, που ασφαλώς έθεσε νωρίς, της λένε την αλήθεια. «Γιατί εμείς, και να το θέλαμε, δεν μπορούμε να κρυφτούμε. Χαζή είναι; Της εξηγούμε λοιπόν, πως η φυσική σου μητέρα γνωρίστηκε με τον φυσικό σου πατέρα που ήταν μαύρος, αγαπηθήκανε πολύ και κάναν ένα κοριτσάκι. Εσένα. Ήταν άρρωστοι, όμως, και δεν μπόρεσαν να σε κρατήσουν. Έτσι σε έδωσαν σε ένα ίδρυμα μέχρι να βρεθούν κάποιοι άλλοι γονείς, που θα σε αγαπάν και θα ναι τόσο καλοί όσο οι φυσικοί σου», λέει ο Μιχάλης και μάλλον παρατηρεί πως τον θαυμασμό στο πρόσωπό μου. «Μην μας θαυμάζεις», αποκρίνεται. «Δεν κάνουμε ελεημοσύνη. Όσο ανάγκη μας έχει η μικρή, άλλο τόσο ανάγκη την έχουμε και μεις».

Ούτε η μαμά της, δεν τρέμει στην ιδέα ότι κάπου, κάποιος θα την στεναχωρήσει εξαιτίας του χρώματός της. «Την πρώτη μέρα στο σχολείο ένα κοριτσάκι την κορόιδευε. Είσαι μαύρη και είσαι μαύρη... Ξέρεις τι του απάντησε; ‘Αν ήταν εδώ ο φυσικός μου πατέρας, θα τόλμαγες σε αυτόν να πεις το ίδιο;’. Βλέπεις τα έχει ξεχωρίσει τελείως μέσα της, τα φυσικός- θετός, άσπρος- μαύρος. Και επειδή τα είχε ξανακούσει - στο νηπιαγωγείο - ξέρει πλέον και το χειρίζεται» μου λέει, αλλά συμφωνούμε πως, προφανώς, παίζει ρόλο και ο χαρακτήρας του παιδιού.

Γιατί κάποιος άλλος θετός πατέρας μαυρούλας, που επιθυμεί να διατηρήσει την ανωνυμία του, μου έλεγε νωρίτερα πως αναγκάστηκαν να αλλάξουν την κόρη τους από τον παιδικό της, γιατί την κορόιδευαν διαρκώς. Αλλά και στον τωρινό σταθμό, τα -υποτίθεται εκ των προτέρων δασκαλεμένα απ’τους γονείς- παιδιά, δεν την κοροϊδεύουν αφενός, ούτε την καταδέχονται στα παιχνίδια τους αφετέρου... Και πως το αντιμετωπίζει κανείς αυτό, τον ρώτησα. Θέλει τρομερή αγάπη, αφοσίωση και υπομονή, μου απάντησε. «Και είναι το μόνο που μπορούμε να κάνουμε».

Η εξάχρονη Αγγελική, πάντως, δείχνει, όντως, να τα… έχει βρει με τον εαυτό της. Το διαπίστωσα λίγες μέρες αργότερα στο σπίτι τους, όπου με άρπαξε κατευθείαν από το μανίκι, να με οδηγήσει στο δωμάτιο της. Και δεν υπήρξε τίποτα «τρέντυ», «ιν» ή «προχωρημένο» σε αυτό. Ήθελε απλά να παίξει «κάτι εύκολο» στην φλογέρα της, να μου δείξει τις ζωγραφιές της, να φάμε σοκολάτες και -εντελώς νυσταγμένη - να με ξεπροβοδίσει γαντζωμένη από το πόδι του μπαμπά της, χωρίς να που αντίο. Προτίμησε να με αποχαιρετήσει με μουσική, παίζοντας έναν αργό σκοπό στην φυσαρμόνικα, λες και για να μου μείνει όσο γίνεται αξέχαστη…

Και όντως τη σκεφτόμουν πολύ, μέχρι που αρκετά βράδια αργότερα, με ανάγκασε να ξεμυτίσω από το διαμέρισμά μου η τελευταία συνάντηση «διαφυλετικής υιοθεσίας»…
Απαρτιζόταν από την 18άχρονη έγχρωμη Άννα και την λευκή μαμά της, και έλαβε χώρα σε ένα συνοικιακό εστιατόριο. Η νεαρή δίπλα μου, γατίσιο βλέμμα, τρομερά διαβασμένη, πολύ κοινωνική και επαναστάτρια, κάπνιζε και έπινε από το κόκκινο καμπερνέ, σπεσιαλιτέ του καταστήματος... «Μ’ άρεσε αυτό το θέμα, για τις υιοθεσίες. Γι’ αυτό δεχτήκαμε να μιλήσουμε. Θέλω να γίνω κοινωνική λειτουργός και να ασχοληθώ και επαγγελματικά με τις υιοθεσίες. Επειδή τις έχω βιώσει ομαλά, ίσως μπορέσω να βοηθήσω…»

Η μαμά της απέναντι, όταν θέλησε 17 χρόνια πριν μαζί με τον σύζυγό της να υιοθετήσουν από το «Μητέρα», δεν ενδιαφερόταν ούτε για το φύλο, ούτε για την φυλή του παιδιού. Έτσι, και επειδή τότε αυτές οι περιπτώσεις γονέων σπάνιζαν, το ίδρυμα αμέσως τους κατηύθυνε προς την ενός έτους Άννα. «Είχαμε ξεκαθαρίσει πως θα λέγαμε απευθείας στο παιδί πως είναι υιοθετημένο, γι’ αυτό δεν μας ενδιέφερε το χρώμα της. Οι κοινωνικοί παράγοντες δεν μας προβλημάτισαν ποτέ. Αντιθέτως, ήταν πολύ σημαντικό ότι είχαμε φοβερά θετικές, δεκτικές αντιδράσεις από τις οικογένειές μας», λέει η μαμά της, η κυρία Μαρία. Και όντως η μικρή «τα έμαθε όλα», πολύ νωρίς. Ή μάλλον τα ανακάλυψε…

«Ήταν περίπου δύο χρονών όταν έπαιζε με κάτι παιδάκια στην παιδική χαρά. Ο σύζυγος μου καθόταν σε ένα παγκάκι παραδίπλα και διάβαζε εφημερίδα. Όταν τα πιτσιρίκια την ρώτησαν ποιος είναι ο μπαμπάς σου, η Άννα τους τον έδειξε. Αυτά δεν την πίστεψαν, της είπαν αυτός αποκλείεται να σε γέννησε! Για να ξεκαθαρίσει τα πράγματα η Άννα έτρεξε κατά πάνω του, ρωτώντας ‘Μπαμπά με γέννησες’; Ο άντρας μου το σκέφτηκε λίγο και της απάντησε ‘Όχι’. Τότε η Άννα τον ξαναρώτησε ‘Με ‘οθέτησες;’. Και είπε ‘ναι’»...
Η Άννα ακούει και χαμογελά κάπως ικανοποιημένη. Όταν μετά από ένα χρόνο αποφάσισαν να υιοθετήσουν ακόμα ένα μαυράκι, η δυναμική μπέμπα ουσιαστικά τον διάλεξε μόνη της. «Ήμασταν πάλι στο Μητέρα, το οποίο επισκεπτόμασταν έτσι και αλλιώς κάθε βδομάδα για να ξέρει η Άννα από πού την έχουμε πάρει. Να μην νομίζει ότι είναι κάτι κακό, μια συνωμοσία. Επειδή σκεφτόμασταν μια δεύτερη υιοθεσία, οι κοινωνικοί λειτουργοί ζήτησαν να δουν την αντίδραση του πρώτου παιδιού. Πως θα το δεχτεί. Μια εργαζόμενη, λοιπόν, είπε στην Άννα ΄έλα δω μωρή’ δείχνοντάς της έναν όρθιο, χοντρό μπέμπη που τα ‘χε κάνει πάνω του. Και αυτή αμέσως φώναξε ‘Αυτόν θέλω! Γιατί αυτός είμαι εγώ!»

Η Άννα χαμογελά πάλι. «Ε, ναι. Γιατί ήταν μαυρούλης και γλυκούλης, σαν και μένα», λέει. Μόλις δύο βδομάδες αργότερα τους τηλεφώνησαν από το Μητέρα πως μπορούν να πάρουνε τον μικρό και η Άννα ανέλαβε όχι μόνο να τον ενημερώσει για τα πάντα, αλλά και να του τρίζει τα δόντια κάθε φορά που καυγάδιζαν, υπενθυμίζοντάς του: «Κάτσε φρόνιμος γιατί εγώ σε διάλεξα!».

Έχοντας ακούσει όλα αυτά δύσκολα φαντάζομαι την Άννα να περνά «σκληρά» παιδικά χρόνια, εξαιτίας του χρώματός της. «Όντως, δεν θυμάμαι να ένιωσα ποτέ άσχημα, ούτε να ντρεπόμουν. Σίγουρα μερικές φορές είχα διαφορετική αντιμετώπιση. Και, ναι, υπήρξαν αρκετοί καυγάδες, και ακόμα περισσότεροι υπερασπιζόμενη τον αδερφό μου, που είναι πιο ντροπαλός και τον απασχολεί η διαφορετικότητά του. Αλλά δεν ήταν κάτι που με πλήγωνε, κάτι που το κουβαλούσα έπειτα σπίτι». Η μαμά της την διακόπτει. Θυμάται και μια άλλη σκηνή: «Ήταν στο παιχνίδι της πάνω, όταν είχε πασαλειφθεί στο πρόσωπο. Κοιτάζοντας τον εαυτό της στον καθρέφτη, είπε ‘Μαμά δες! Έγινα άσπρη! Τώρα θα με παίζουν τα παιδάκια’». Αλλά η Άννα αυτό δεν το θυμάται.

Δεν ξέρω αν ένας ψυχολόγος θα το ονόμαζε «απώθηση», ή κάτι παρόμοιο, σοβαρό. Αλλά εγώ ούτε ψυχολόγος είμαι και στην τελική, αυτό που είχα απέναντί μου ήταν μια τρομερή νεαρή με μια υπέροχη σχέση με τη μαμά της. Έτσι, και παύοντας να ψάχνω «δυσλειτουργίες» για χάρη του ρεπορτάζ, την ρώτησα αν η φυσική της μητέρα και η Αφρική είναι θέματα που την συγκινούν να ανακαλύψει…

«Η Αφρική με τραβάει πολύ! Θέλω να πάω, ίσως και να δουλέψω εκεί. Αλλά με συγκινεί όπως, φαντάζομαι, κάθε άνθρωπο με ευαισθησίες. Όχι αλλιώς. Όσο για την φυσική μου μητέρα, όχι. Δεν νιώθω την ανάγκη να την ψάξω. Και δεν έχω καμία κακία μέσα μου, αυτό δεν το άφησε η μαμά να συμβεί. Μου ξεκαθάρισε, άλλωστε, εξ’ αρχής πως αν θελήσω να την ψάξω, θα με βοηθήσει όσο μπορεί. Φαντάζομαι πως με άφησε επειδή –απλά- δεν μπορούσε να με κρατήσει. Δεν υπάρχει μαμά στον κόσμο που να μην αγαπά το παιδί της, έτσι; Η ζωή όμως είναι δύσκολη, μεγάλωσα πια και το βλέπω. Πως ένας άνθρωπος μπορεί να φτάσει σε αυτό το σημείο, να μην καταφέρνει να ζήσει το παιδί του. Εγώ απλά δεν νιώθω την ανάγκη να την βρω…
«Ίσως, γιατί γονείς για μένα είναι αυτοί που σε μεγαλώνουν, που σε αγαπούν. Όχι αυτοί που σε γεννούν. Και πάνω απ’όλα, πως αν πραγματικά θέλουν ένα παιδί, δεν τους ενδιαφέρει τι χρώμα έχει».

Τα τελευταία λόγια της Άννας με γεμίζουν ελπίδα. Και το τηλέφωνο που σε λίγο χτυπά, τρελό ενθουσιασμό: Τα ξαδέρφια μου έρχονται από την Αιθιοπία. Οι εικόνες της Μαντόνας και της Τζολί έχουν σβήσει πια τελείως. Δεν επανέρχονται ούτε για πλάκα. Μένει μόνο μια δυνατή αίσθηση: η οικογένεια που μεγαλώνει. Μαζί και η αγάπη που έχεις να προσφέρεις. Ακόμα και η γιαγιά, παίρνω όρκο, αυτή τη στιγμή δακρύζει. Πως θα αγαπήσει τρομερά τα νέα της εγγόνια. Γιατί πάντα έτσι δεν γίνεται; Ίσως μάλιστα, και εδώ κάτι μέσα μου με τσιμπάει, τα αγαπήσει πιο πολύ και από μένα…

Self Help. Inc

www.enet.gr/?i=news.el.article&id=98499