Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρασκευή, 11 Δεκεμβρίου 2009

Πελαργός Χωρίς Σύνορα

Πρώτη Δημοσίευση "ΕΨΙΛΟΝ", Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 2008.




Όταν ο θείος μου, που ζει στο εξωτερικό, αποφάσισε να υιοθετήσει δύο μαυράκια από την Αιθιοπία, ένιωσα κάτι σαν δέος. Όχι όμως εξαιτίας της αναμφισβήτητης σπουδαιότητας αυτής της πράξης, αλλά γιατί από το ξεπλυμένο μυαλουδάκι μου παρέλασαν αυτομάτως πλήθος φανταχτερών εικόνων και σελέμπριτι. Τις ξέρετε, υποθέτω: η Μαντόνα δάκρυσε, η Τζολί χαμογέλασε, πρωτοσέλιδα νανουρίσματα ήχησαν, πέπλα φιλανθρωπίας σκέπασαν σκοτεινά σκάνδαλα, είδα ξυπόλυτα αγρίμια να μεταφυτεύονται σε πολύβουες μεγαλουπόλεις και να εγγράφονται σε ελιτίστικα κολέγια.... Το βρήκα «τρέντυ», «ιν», «προχωρημένο». Ντροπή μου. Η εικονική πραγματικότητα όχι μόνο κατάπιε την πραγματικότητα, αλλά εξαφάνισε για μια στιγμή ολόκληρο το νόημα μιας πράξης υπέρτατης αγάπης.
Την ίδια ακριβώς στιγμή, δύο γενιές πίσω και έτη φωτός μακριά από ιλουστρασιόν πραγματικότητες, στο χωριό, όταν η γιαγιά άκουσε το ίδιο μαντάτο, έμεινε άφωνη: Δεν της βγήκε ούτε γέλιο ούτε δάκρυ. Το κατάπιε αμάσητο. Και μόνο μετά το πρώτο της μούδιασμα, που κράτησε ωστόσο περίπου μισό χρόνο, όταν ο θείος ετοίμαζε πια βαλίτσες για Αιθιοπία, η γιαγιά τόλμησε να ψελλίσει μια- δυο απορίες. «Πόσο μαύρα θα είναι;», ήταν η πρώτη. Και αν μπορούν να βαφτιστούν με φυσιολογικά, ορθόδοξα ονόματα η δεύτερη. Να μην φωνάζει διαρκώς τα νέα της εγγόνια με αυτά τα κουλά, αφρικάνικα δισύλλαβα... Ήταν εμφανές ότι η πραγματική πραγματικότητα ξεπερνούσε την γιαγιά μου εντελώς.

Τώρα, δεν ξέρω πια από τις δύο αντιδράσεις ήταν η πιο τραγελαφική, αλλά της γιαγιάς, πες, ενείχε μια κάποια λογική: στο εξωτερικό η θέα ενός λευκού ζευγαριού που μεγαλώνει παιδιά άλλης φυλής είναι κάτι σχεδόν σύνηθες. Στην Ελλάδα ωστόσο η υιοθεσία από μόνη της – και διαφυλετική να μην είναι- αποτελεί ακόμα ταμπού για τον μέσο Έλληνα, που θα το κρύβει, συνήθως, επιμελώς και θα το καμουφλάρει τεχνηέντως από τον κοινωνικό του περίγυρο.
Την περίπτωση που το «μυστικό» δεν καμουφλάρεται (με τίποτα) η γιαγιά δεν την είχε διανοηθεί. Πώς; Να μην κρύβεται ούτε από τον πιο κακοπροαίρετο γείτονα, ούτε την πιο ακατάλληλη στιγμή, ούτε στην πιο τρυφερή επαφή;
Μου κίνησε και μένα το ενδιαφέρον- και τότε ξεκίνησε μια μακρά περιπλάνηση στην, για τη χώρα μας, ομιχλώδη και άγρια παιδική χαρά των διαφυλετικών υιοθεσιών…


«Το βασικότερο είναι ότι η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα στην Ε.Ε. που δεν έχει επικυρώσει την Διεθνή Συνθήκη της Χάγης, νομοθεσία που ρυθμίζει τις διακρατικές υιοθεσίες. Από εκεί ξεκινά το ‘μπέρδεμα’», μου λέει η Μαρία Δ. που αρχικά ήθελε να υιοθετήσει κινεζάκι.
Η Μαρία είναι γιατρός, σπούδασε και δούλεψε στην Κίνα, μια χώρα που αρνείται σθεναρά οποιαδήποτε συνεργασία με την Ελλάδα, λόγω της μη επικύρωσης. «Έτσι, μαζί με μια κοινωνική λειτουργό της Πρόνοιας ξετρυπώσαμε ένα παραθυράκι του νόμου, που λέει πως η Ελλάδα, παρ’ ότι δεν τις επικυρώνει, ταυτόχρονα δεν απαγορεύει τις διακρατικές υιοθεσίες. Και, ευτυχώς, για την Πρόνοια της Ταϊλάνδης αυτό ήταν αρκετό».
Σήμερα, ένα χρόνο μετά, η Μαρία βρίσκεται με τον σύζυγο της στο τελικό στάδιο. Σε λίγο φτάνει από την Ταϊλάνδη η μικρή φωτογραφία της μεγάλης τους χαράς - αλλά ο θυμός της παραμένει τεράστιος: «Δεν ξέρω γιατί δεν επικυρώνεται! Είναι άλλη μια κλασική ‘εκκρεμότητα’ του ελληνικού κράτους; Γίνεται για να συντηρεί ένα παράνομο κύκλωμα που σέρνεται γύρω από τις υιοθεσίες; Πάντως συμβαίνουν απαράδεκτα, αστεία πράγματα εδώ! Εμείς, δηλαδή, που δεν θέλαμε να αγοράσουμε Βουλγαράκι με 30.000, ούτε να ψωνίσουμε στα χωράφια του Γέρακα ένα μωρό… είδαμε και πάθαμε! Και δεν είμαστε οι μόνοι: Παρακολουθώ ασθενείς που έχουν κάνει 10 προσπάθειες για εξωσωματική, η ταλαιπωρία είναι εμφανέστατη στο σώμα τους, οικονομικά έχουν διαλυθεί, συναισθηματικά είναι ακόμα χειρότερα, και δεν μπορούν ή δεν ξέρουν πως να υιοθετήσουν νομίμως»!

Σε ένα άλλο σπίτι στην Κυψέλη, ο μικρός Ταϊλανδός έχει ήδη φύγει για το σχολείο. Η μαμά του, ονομάζεται Ιωάννα Κ., μου προτείνει καφέ ενώ θυμάται πως πρωτοδιάβασε το φυλλάδιο που αναγράφει τα απαραίτητα πιστοποιητικά που απαιτεί η Πρόνοια της Ταϊλάνδης το 2000.

-Ανάμεσα στις βεβαιώσεις για την οικονομική και ιατρική μας κατάσταση απαιτούνταν και μια έκθεση μιας κοινωνικής υπηρεσίας για την καταλληλότητά μας. Η Νομαρχία, όμως, που δύναται να το διεκπεραιώσει αυτό, μου φάνηκε από την τηλεφωνική μας επικοινωνία υπερβολικά καχύποπτοι. Κάναν σαν να σκαρώνουμε μια ιδιωτική υιοθεσία και τους θέλουμε για βιτρίνα! Έτσι, απευθύνθηκα στο ελληνικό παράρτημα μιας Διεθνούς Κοινωνικής Υπηρεσίας. Αυτοί ετοίμασαν την έκθεση και έστειλαν όλο τον φάκελο στην Πρόνοια της Ταϊλάνδης.
-Πότε σας απάντησαν;
- Μετά από δύο χρόνια. Στο μεταξύ, όμως, έμεινα έγκυος στη βιολογική μου κόρη και τους κάλεσα να τους ενημερώσω και να τους εξηγήσω πως παρ’ όλα αυτά θέλουμε να συνεχιστεί η διαδικασία. Αυτοί, λοιπόν, είχαν την σοφία και την γνώση να τρενάρουν λιγάκι το θέμα ώστε να προλάβω να γεννήσω και να μεγαλώσει κάπως το παιδί. Αλλιώς η απάντηση θα ερχόταν νωρίτερα.
-Πήγατε στην Ασία οι τρεις σας;
-Ναι και ήταν φοβερά οργανωμένοι. Μας παρέλαβε μια κοινωνική λειτουργός της Πρόνοιας, η υπεύθυνη του φακέλού μας, και μας πήγε στο ίδρυμα. Το οποίο, ευτυχώς, ήταν σε εξαιρετική κατάσταση και έτσι κόπασε η φοβερή αγωνία που είχα για το αν πρόσεχαν τον γιο μου μέχρι να πάω να τον πάρω. Έπειτα περιμέναμε σε ένα σαλονάκι, μέχρι που κατέφθασε μια τροφός και τον ακούμπησε στην αγκαλιά μου.
- Πώς να το φανταστώ;
- Έχεις παιδιά; Όχι; Τότε δεν μπορείς. Είναι ακριβώς όπως όταν μου έφεραν την κόρη μου στο μαιευτήριο. Βέβαια φορούσα ρούχα και ήμουν όρθια, αλλά τα συναισθήματα ήταν αντίστοιχα. Ίδιας έντασης. Έπειτα μας έδειξαν τους χώρους όπου κοιμόταν και έπαιζε στο ίδρυμα, αλλά η φόρτιση ήταν τόσο μεγάλη, που αν είχαμε περισσότερους φίλους μαζί θα κατορθώναμε να βγάλουμε περισσότερες φωτογραφίες- για τον μικρό περισσότερο. Για να τις έχει όταν θα τις ζητήσει. Κάτι κουτσοκαταφέραμε και μόνοι μας, πάντως…
- Γιατί μια διαφυλετική υιοθεσία;
-Είχα ένα όνειρο, από κοριτσάκι, να κάνω μια υιοθεσία. Ή δύο, ή τρεις… Γιατί; Μου φαίνεται τόσο φυσικό που δεν μπορώ να το αναλύσω. Μάλλον σκέφτομαι: γιατί οι άλλοι δεν το θέλουν; Όταν έφτασε όμως η στιγμή να το αντιμετωπίσω, αποφάσισα πως αν εμπεριέχει οποιαδήποτε οικονομική συνδιαλλαγή, δεν πρόκειται να το κάνω. Όσον αφορά το «Μητέρα», δε, καθυστερεί υπερβολικά και αυτό που «ψάχνουν» όλο το μεσοδιάστημα… δεν θα το άντεχα. Ούτε θα άντεχα να ζει και να ιδρυματοποιείται το παιδί μου εκεί, όσο εγώ απλά το περιμένω. Έτσι στραφήκαμε σε άλλες χώρες. Αλλά στα Βαλκάνια η κατάσταση δεν είναι καλή: Πάλι υπάρχει η φήμη της οικονομικής συνδιαλλαγής, και ότι εσύ διαλέγεις το παιδί σου. Για την Ταϊλάνδη, γνώριζα από μια γνωστή μου που το έχει κάνει παλιότερα, πως ούτε θα πλήρωνα, ούτε θα καλούμουν να το διαλέξω. Και, επειδή ποτέ δεν ήθελα να υποκριθώ ότι είναι δικό μου παιδί- αντιθέτως ήθελα να περπατάμε στο δρόμο και να το καταλαβαίνουν- δεν με ένοιαζε η άλλη φυλή.
- Σας κοιτάν περίεργα στο δρόμο;
- Ειλικρινά; Ο άντρας μου λέει ναι. Εγώ απλά δεν προσέχω (ανέκαθεν) τα βλέμματα των άλλων. Χαζεύω μόνο τις βιτρίνες. (γέλια) Κοίτα, οι κοινωνικοί παράγοντες δεν με προβλημάτισαν: μεγάλωσα σε μια επαρχιακή πόλη όπου ζούσε η γνωστή που σου προανέφερα με το Ταϊλανδάκι - όταν όχι απλά δεν έβλεπες άνθρωπο άλλου χρώματος, ούτε άλλης εθνικότητας- χωρίς κανένα πρόβλημα! Σπούδασα στη Θεσσαλονίκη μια εποχή που γινόταν τεράστιες αλλαγές και δεν έμπαιναν θέματα ρατσισμού. Συνέχισα στη Γαλλία, που ξέρεις φαντάζομαι πόσο πολυπολιτισμική είναι. Και τώρα ζω στην Κυψέλη– όπου βρίσκονται όλες οι φυλές του κόσμου! Και είμαι πεπεισμένη πως, ανεξαρτήτως φυλής, μπορώ να στηρίξω τα παιδιά μου σε όλα τους τα προβλήματα εφ’ όσον ζω. Και έχω εμπιστοσύνη σε αυτό.
- Εγώ ανήκω στη εποχή της Madonna... Και αναρωτιέμαι: κάνατε υιοθεσία η φιλανθρωπία;
- Ακούω συχνά «μπράβο που κάνατε αυτό το καλό»! Αλλά δεν το δέχτηκα ποτέ... Αντιδράω! Το «καλό» είναι που ήρθε ο Ιουλιανός στη ζωή μας! Αυτές οι διαστάσεις, ξέρεις, δίδονται από ανθρώπους που «ζουν» το θέμα από τα σαλόνια τους. Στους εκ των έσω, αυτά ακούγονται αστεία...


Στους επίσημους φορείς όλα αυτά ακούγονται σπάνια: στην Πρόνοια της Νομαρχίας Πειραιά δε έχουν βρεθεί ποτέ αντιμέτωποι με μια αίτηση διαφυλετικής υιοθεσίας. Στον τομέα της Αττικής ήταν καμιά δεκαριά όλες και όλες για Ταϊλάνδη, και, ναι, θυμούνται και κάποια για Κονγκό. «Λίγα πράγματα, πάντως. Δεν είναι εύκολη απόφαση», μου λέει η κυρία Αριάδνη Μαραγκάκη, διευθύντρια της Κοινωνικής Υπηρεσίας.
Στο κέντρο βρεφών «Μητέρα», πάλι, κάτι πάει να αλλάξει... Είναι η δεύτερη πιθανότητα διαφυλετικής υιοθεσίας για τους Έλληνες, καθώς και κει υπάρχουν κατά καιρούς μαυράκια και μυγαδάκια, από γονείς μετανάστες. Σε σύγκριση με δυο δεκαετίες πίσω, λοιπόν, μας λένε, όταν τα έγχρωμα προς υιοθεσία παιδιά έμεναν επί χρόνια στα «αζήτητα», καταδικάζονταν στον απόλυτο ιδρυματισμό και μόνο τα «τυχερά» υιοθετούνταν από ζευγάρια του εξωτερικού, τελευταία πιο εύκολα κάποια ζευγάρια αδιαφορούν για το χρώμα του παιδιού τους. Όπως αδιαφόρησαν ο Μιχάλης και η Έλλη…

Αυτοί, ξεκίνησαν πριν κάποια χρόνια στο «Μητέρα» την διαδικασία υιοθεσίας, αποσκοπώντας εξαρχής σε ένα έγχρωμο παιδάκι. «Αυτό θα επιτάχυνε κατά πολύ το θέμα- και λογικά: θέλαμε ένα παιδί απ’τα ‘αζήτητα’, που δεν το έπαιρνε κανείς. Είχε φτάσει τρεισήμισι χρονών να μην έχει αντικρίσει τον έξω κόσμο! Να μην ξέρει σχεδόν καθόλου να μιλάει καθώς περιστοιχιζόταν από βρέφη. Το χρώμα της δεν μας ένοιαζε καθόλου. Θέλαμε μόνο να είναι γερό», μου λέει η Έλλη, που όντως, εννιά μόλις μήνες μετά την έγκριση την υιοθεσίας, πήρε μια μικρή μυγαδούλα έξω από το ίδρυμα, στο σπίτι τους, να της δείξουν τον κόσμο…

«Και τότε συνέβησαν πράγματα τρελά! Η Αγγελική ήταν σαν Άλιεν! Κάναμε άπειρα χιλιόμετρα μέσα στο ‘Μητέρα’ για να συνηθίσει τι είναι το ‘αυτοκίνητο’. Και όταν πρωτοεπιχειρήσαμε να εξέλθουμε από εκεί, της τάξαμε πατάτες που τις λάτρευε. Στην διαδρομή όμως, άρχισε να ζορίζετε επικίνδυνα στο πίσω κάθισμα, και κάναμε μια στάση να κατέβει. Τότε είδε ένα σκυλί και έπαθε το δεύτερο σοκ! Αμέσως μετά πέταξαν και κάτι περιστέρια στον ουρανό, και τρελάθηκε πάλι… Κάποτε, φτάσαμε στα Goodys αλλά αντικρίζοντας επιτέλους τις πολυπόθητες πατάτες, αναφώνησε: ‘τι είναι αυτό; Δεν το θέλω!’. Γιατί δεν τις είχε ξαναδεί ποτέ σ’αυτή τη μορφή…». Η Έλλη μου τα αφηγείται σήμερα με ένα γλυκόπικρο χαμόγελο.

Η Αγγελική, λοιπόν, ήταν tabula rasa και έπρεπε να εξοικειωθεί με τα πάντα: Από το τι σημαίνει σπίτι και πολυκατοικίες, έως το τι θα πει δικό μου και δικό σου για να μην κουβαλάει το πιάτο «της» ολημερίς μαζί της. Να ξεπεράσει την πεποίθηση πως το βράδυ σηματοδοτεί την αυτόματη έφοδο των «μπαμπούλων», εκφοβισμό που χρησιμοποιούσε η μοναδική βρεφοκόμος της νυχτερινής βάρδιας προκειμένου να ησυχάσει γρηγορότερα τα δεκατέσσερα μωρά (!) του συγκεκριμένου περιπτέρου και να συνειδητοποιήσει ότι δεν «φύτρωσε», πως υπάρχουν οικογένειες με γιαγιάδες, παππούδες και ξαδέρφια εδώ «έξω».

«Το χρώμα της, λοιπόν, ήταν ένα επιπλέον πρόβλημα, μετά από όλα αυτά», λέει ο μπαμπάς της. Τον ρωτάω αν ήταν επαρκώς προετοιμασμένος γι’ αυτό το τελευταίο. «Ναι, θεωρητικά. Τελικά όμως τα αντιμετωπίζεις πάντα μόνο τη στιγμή που παρουσιάζονται. Όσο και να θέλω, δεν μπορώ να προβλέψω τι πρόβλημα θα αντιμετωπίσει αύριο ας πούμε στην εφηβεία της. Αλλά δεν μπορώ να της συμπεριφέρομαι και άλλο ως παιδί από ίδρυμα. Αυτό πάει. Μέσα της έγραψε ότι έγραψε και τώρα θα αντιμετωπίσει τα προβλήματα της ζωής που βιώνουν όλα τα παιδάκια. Με το σχολείο της, τους συμμαθητές, τις παρέες. Γιατί τα παιδάκια είναι πάντα κακά, δεν σου χαρίζονται. Εμείς απλά της λέμε, ότι δεν είναι θέμα μαύρου ή άσπρου- σε κοροϊδεύουν έτσι και αλλιώς αν είσαι κοντός, χοντρός ή με γυαλιά. Προσπαθούμε να την βάλουμε σε αυτή τη λογική»...
Και όσον αφορά τις ερωτήσεις της μικρής για το χρώμα της, που ασφαλώς έθεσε νωρίς, της λένε την αλήθεια. «Γιατί εμείς, και να το θέλαμε, δεν μπορούμε να κρυφτούμε. Χαζή είναι; Της εξηγούμε λοιπόν, πως η φυσική σου μητέρα γνωρίστηκε με τον φυσικό σου πατέρα που ήταν μαύρος, αγαπηθήκανε πολύ και κάναν ένα κοριτσάκι. Εσένα. Ήταν άρρωστοι, όμως, και δεν μπόρεσαν να σε κρατήσουν. Έτσι σε έδωσαν σε ένα ίδρυμα μέχρι να βρεθούν κάποιοι άλλοι γονείς, που θα σε αγαπάν και θα ναι τόσο καλοί όσο οι φυσικοί σου», λέει ο Μιχάλης και μάλλον παρατηρεί πως τον θαυμασμό στο πρόσωπό μου. «Μην μας θαυμάζεις», αποκρίνεται. «Δεν κάνουμε ελεημοσύνη. Όσο ανάγκη μας έχει η μικρή, άλλο τόσο ανάγκη την έχουμε και μεις».

Ούτε η μαμά της, δεν τρέμει στην ιδέα ότι κάπου, κάποιος θα την στεναχωρήσει εξαιτίας του χρώματός της. «Την πρώτη μέρα στο σχολείο ένα κοριτσάκι την κορόιδευε. Είσαι μαύρη και είσαι μαύρη... Ξέρεις τι του απάντησε; ‘Αν ήταν εδώ ο φυσικός μου πατέρας, θα τόλμαγες σε αυτόν να πεις το ίδιο;’. Βλέπεις τα έχει ξεχωρίσει τελείως μέσα της, τα φυσικός- θετός, άσπρος- μαύρος. Και επειδή τα είχε ξανακούσει - στο νηπιαγωγείο - ξέρει πλέον και το χειρίζεται» μου λέει, αλλά συμφωνούμε πως, προφανώς, παίζει ρόλο και ο χαρακτήρας του παιδιού.

Γιατί κάποιος άλλος θετός πατέρας μαυρούλας, που επιθυμεί να διατηρήσει την ανωνυμία του, μου έλεγε νωρίτερα πως αναγκάστηκαν να αλλάξουν την κόρη τους από τον παιδικό της, γιατί την κορόιδευαν διαρκώς. Αλλά και στον τωρινό σταθμό, τα -υποτίθεται εκ των προτέρων δασκαλεμένα απ’τους γονείς- παιδιά, δεν την κοροϊδεύουν αφενός, ούτε την καταδέχονται στα παιχνίδια τους αφετέρου... Και πως το αντιμετωπίζει κανείς αυτό, τον ρώτησα. Θέλει τρομερή αγάπη, αφοσίωση και υπομονή, μου απάντησε. «Και είναι το μόνο που μπορούμε να κάνουμε».

Η εξάχρονη Αγγελική, πάντως, δείχνει, όντως, να τα… έχει βρει με τον εαυτό της. Το διαπίστωσα λίγες μέρες αργότερα στο σπίτι τους, όπου με άρπαξε κατευθείαν από το μανίκι, να με οδηγήσει στο δωμάτιο της. Και δεν υπήρξε τίποτα «τρέντυ», «ιν» ή «προχωρημένο» σε αυτό. Ήθελε απλά να παίξει «κάτι εύκολο» στην φλογέρα της, να μου δείξει τις ζωγραφιές της, να φάμε σοκολάτες και -εντελώς νυσταγμένη - να με ξεπροβοδίσει γαντζωμένη από το πόδι του μπαμπά της, χωρίς να που αντίο. Προτίμησε να με αποχαιρετήσει με μουσική, παίζοντας έναν αργό σκοπό στην φυσαρμόνικα, λες και για να μου μείνει όσο γίνεται αξέχαστη…

Και όντως τη σκεφτόμουν πολύ, μέχρι που αρκετά βράδια αργότερα, με ανάγκασε να ξεμυτίσω από το διαμέρισμά μου η τελευταία συνάντηση «διαφυλετικής υιοθεσίας»…
Απαρτιζόταν από την 18άχρονη έγχρωμη Άννα και την λευκή μαμά της, και έλαβε χώρα σε ένα συνοικιακό εστιατόριο. Η νεαρή δίπλα μου, γατίσιο βλέμμα, τρομερά διαβασμένη, πολύ κοινωνική και επαναστάτρια, κάπνιζε και έπινε από το κόκκινο καμπερνέ, σπεσιαλιτέ του καταστήματος... «Μ’ άρεσε αυτό το θέμα, για τις υιοθεσίες. Γι’ αυτό δεχτήκαμε να μιλήσουμε. Θέλω να γίνω κοινωνική λειτουργός και να ασχοληθώ και επαγγελματικά με τις υιοθεσίες. Επειδή τις έχω βιώσει ομαλά, ίσως μπορέσω να βοηθήσω…»

Η μαμά της απέναντι, όταν θέλησε 17 χρόνια πριν μαζί με τον σύζυγό της να υιοθετήσουν από το «Μητέρα», δεν ενδιαφερόταν ούτε για το φύλο, ούτε για την φυλή του παιδιού. Έτσι, και επειδή τότε αυτές οι περιπτώσεις γονέων σπάνιζαν, το ίδρυμα αμέσως τους κατηύθυνε προς την ενός έτους Άννα. «Είχαμε ξεκαθαρίσει πως θα λέγαμε απευθείας στο παιδί πως είναι υιοθετημένο, γι’ αυτό δεν μας ενδιέφερε το χρώμα της. Οι κοινωνικοί παράγοντες δεν μας προβλημάτισαν ποτέ. Αντιθέτως, ήταν πολύ σημαντικό ότι είχαμε φοβερά θετικές, δεκτικές αντιδράσεις από τις οικογένειές μας», λέει η μαμά της, η κυρία Μαρία. Και όντως η μικρή «τα έμαθε όλα», πολύ νωρίς. Ή μάλλον τα ανακάλυψε…

«Ήταν περίπου δύο χρονών όταν έπαιζε με κάτι παιδάκια στην παιδική χαρά. Ο σύζυγος μου καθόταν σε ένα παγκάκι παραδίπλα και διάβαζε εφημερίδα. Όταν τα πιτσιρίκια την ρώτησαν ποιος είναι ο μπαμπάς σου, η Άννα τους τον έδειξε. Αυτά δεν την πίστεψαν, της είπαν αυτός αποκλείεται να σε γέννησε! Για να ξεκαθαρίσει τα πράγματα η Άννα έτρεξε κατά πάνω του, ρωτώντας ‘Μπαμπά με γέννησες’; Ο άντρας μου το σκέφτηκε λίγο και της απάντησε ‘Όχι’. Τότε η Άννα τον ξαναρώτησε ‘Με ‘οθέτησες;’. Και είπε ‘ναι’»...
Η Άννα ακούει και χαμογελά κάπως ικανοποιημένη. Όταν μετά από ένα χρόνο αποφάσισαν να υιοθετήσουν ακόμα ένα μαυράκι, η δυναμική μπέμπα ουσιαστικά τον διάλεξε μόνη της. «Ήμασταν πάλι στο Μητέρα, το οποίο επισκεπτόμασταν έτσι και αλλιώς κάθε βδομάδα για να ξέρει η Άννα από πού την έχουμε πάρει. Να μην νομίζει ότι είναι κάτι κακό, μια συνωμοσία. Επειδή σκεφτόμασταν μια δεύτερη υιοθεσία, οι κοινωνικοί λειτουργοί ζήτησαν να δουν την αντίδραση του πρώτου παιδιού. Πως θα το δεχτεί. Μια εργαζόμενη, λοιπόν, είπε στην Άννα ΄έλα δω μωρή’ δείχνοντάς της έναν όρθιο, χοντρό μπέμπη που τα ‘χε κάνει πάνω του. Και αυτή αμέσως φώναξε ‘Αυτόν θέλω! Γιατί αυτός είμαι εγώ!»

Η Άννα χαμογελά πάλι. «Ε, ναι. Γιατί ήταν μαυρούλης και γλυκούλης, σαν και μένα», λέει. Μόλις δύο βδομάδες αργότερα τους τηλεφώνησαν από το Μητέρα πως μπορούν να πάρουνε τον μικρό και η Άννα ανέλαβε όχι μόνο να τον ενημερώσει για τα πάντα, αλλά και να του τρίζει τα δόντια κάθε φορά που καυγάδιζαν, υπενθυμίζοντάς του: «Κάτσε φρόνιμος γιατί εγώ σε διάλεξα!».

Έχοντας ακούσει όλα αυτά δύσκολα φαντάζομαι την Άννα να περνά «σκληρά» παιδικά χρόνια, εξαιτίας του χρώματός της. «Όντως, δεν θυμάμαι να ένιωσα ποτέ άσχημα, ούτε να ντρεπόμουν. Σίγουρα μερικές φορές είχα διαφορετική αντιμετώπιση. Και, ναι, υπήρξαν αρκετοί καυγάδες, και ακόμα περισσότεροι υπερασπιζόμενη τον αδερφό μου, που είναι πιο ντροπαλός και τον απασχολεί η διαφορετικότητά του. Αλλά δεν ήταν κάτι που με πλήγωνε, κάτι που το κουβαλούσα έπειτα σπίτι». Η μαμά της την διακόπτει. Θυμάται και μια άλλη σκηνή: «Ήταν στο παιχνίδι της πάνω, όταν είχε πασαλειφθεί στο πρόσωπο. Κοιτάζοντας τον εαυτό της στον καθρέφτη, είπε ‘Μαμά δες! Έγινα άσπρη! Τώρα θα με παίζουν τα παιδάκια’». Αλλά η Άννα αυτό δεν το θυμάται.

Δεν ξέρω αν ένας ψυχολόγος θα το ονόμαζε «απώθηση», ή κάτι παρόμοιο, σοβαρό. Αλλά εγώ ούτε ψυχολόγος είμαι και στην τελική, αυτό που είχα απέναντί μου ήταν μια τρομερή νεαρή με μια υπέροχη σχέση με τη μαμά της. Έτσι, και παύοντας να ψάχνω «δυσλειτουργίες» για χάρη του ρεπορτάζ, την ρώτησα αν η φυσική της μητέρα και η Αφρική είναι θέματα που την συγκινούν να ανακαλύψει…

«Η Αφρική με τραβάει πολύ! Θέλω να πάω, ίσως και να δουλέψω εκεί. Αλλά με συγκινεί όπως, φαντάζομαι, κάθε άνθρωπο με ευαισθησίες. Όχι αλλιώς. Όσο για την φυσική μου μητέρα, όχι. Δεν νιώθω την ανάγκη να την ψάξω. Και δεν έχω καμία κακία μέσα μου, αυτό δεν το άφησε η μαμά να συμβεί. Μου ξεκαθάρισε, άλλωστε, εξ’ αρχής πως αν θελήσω να την ψάξω, θα με βοηθήσει όσο μπορεί. Φαντάζομαι πως με άφησε επειδή –απλά- δεν μπορούσε να με κρατήσει. Δεν υπάρχει μαμά στον κόσμο που να μην αγαπά το παιδί της, έτσι; Η ζωή όμως είναι δύσκολη, μεγάλωσα πια και το βλέπω. Πως ένας άνθρωπος μπορεί να φτάσει σε αυτό το σημείο, να μην καταφέρνει να ζήσει το παιδί του. Εγώ απλά δεν νιώθω την ανάγκη να την βρω…
«Ίσως, γιατί γονείς για μένα είναι αυτοί που σε μεγαλώνουν, που σε αγαπούν. Όχι αυτοί που σε γεννούν. Και πάνω απ’όλα, πως αν πραγματικά θέλουν ένα παιδί, δεν τους ενδιαφέρει τι χρώμα έχει».

Τα τελευταία λόγια της Άννας με γεμίζουν ελπίδα. Και το τηλέφωνο που σε λίγο χτυπά, τρελό ενθουσιασμό: Τα ξαδέρφια μου έρχονται από την Αιθιοπία. Οι εικόνες της Μαντόνας και της Τζολί έχουν σβήσει πια τελείως. Δεν επανέρχονται ούτε για πλάκα. Μένει μόνο μια δυνατή αίσθηση: η οικογένεια που μεγαλώνει. Μαζί και η αγάπη που έχεις να προσφέρεις. Ακόμα και η γιαγιά, παίρνω όρκο, αυτή τη στιγμή δακρύζει. Πως θα αγαπήσει τρομερά τα νέα της εγγόνια. Γιατί πάντα έτσι δεν γίνεται; Ίσως μάλιστα, και εδώ κάτι μέσα μου με τσιμπάει, τα αγαπήσει πιο πολύ και από μένα…

Self Help. Inc

www.enet.gr/?i=news.el.article&id=98499

Δευτέρα, 11 Μαΐου 2009

the Greek Gigolo






Πρώτη δημοσίευση:
περιοδικό "Ε", Κυριακάτικης Ελευθεροτυπία.



Φωτογραφίες: Διονύσης Κρεζίας.








Καθισμένος στον καναπέ – ευθυτενής, καλοντυμένος, σοβαρός- ο πρώτος ζιγκολό που μπήκε ποτέ σπίτι μου πίνει νες καφέ σκέτο. Αν η μάνα μου ήξερε όταν με σπούδαζε τι σόι «ρεπορτάζ» θα έκανα μια μέρα, παίζει να με έστελνε καρφί για παντρειά μετά το Λύκειο. Ωστόσο, εγώ είμαι μακράν πιο αμήχανη από τον Ιάσονα (έτσι είναι το καλλιτεχνικό του). Διότι εκείνος στο ραντεβού μας μου ήρθε συνοδευόμενος: από την κοπέλα του...

Του ζήτησα να βρεθούμε, να μου πει για τις γυναίκες, τις ελληνίδες, τις ξένες, το σεξ και το συναίσθημα και αυτός αφού το σκέφτηκε, αφού μάλιστα συμφώνησε και για πρώτη φορά να φωτογραφηθεί, μου έβαλε έναν όρο: να είναι μαζί, λέει, και η καλή του. Πάει, χάλασε ο κόσμος έλεγα (και με το δίκιο μου), αλλά όταν η φωτογράφηση πια αρχίζει η Βίκυ, έτσι λένε την κοπέλα του, μια δυναμική, αεικίνητη Αγγλίδα με καρφάκια μαλλί, του φτιάχνει στοργικά τα μαλλιά. Του ισιώνει το πουκάμισο όταν χρειάζεται, του χαμογελάει να του ανεβάσει τη διάθεση, του λέει τι ωραίος που είναι. Τι γλυκό, πάω να πω μέσα μου, αλλά η σκέψη μου διακόπτεται διαρκώς από το κινητό του Ιάσονα: χτυπά ανά τρίλεπτο, και είναι το δεύτερο κινητό, αυτό που έχει αποκλειστικά για τις πελάτισσες. «Είμαι απασχολημένος, με παίρνετε πάλι σε κάνω τρίωρο;», απαντά σε όλες ευγενικά, ψυχρά, σίγουρος. Ρωτάω την Βίκυ πως δεν ζηλεύει.

«Να φανταστείς ότι παλιότερα», γελάει τρανταχτά «σε άλλες σχέσεις μου, ήμουν φοβερά ζηλιάρα! Κοίτα, έχουμε έναν κανόνα: όχι λεπτομέρειες. Θέλω να ξέρω μόνο ότι είναι καλά, ασφαλής και τίποτα άλλο», μου απαντά.
«Ξέρεις, η ζήλια είναι κάτι τόσο υποχθόνιο: σου ρουφάει ζωτική ενέργεια, σε θολώνει, δεν σε αφήνει να ζήσεις το παρόν. Σε απομυζεί. Το έχω περάσει, και πραγματικά δεν άξιζε. Δεν με έβγαλε πουθενά. Η δουλειά του Ιάσονα, είναι ακριβώς αυτό που είναι: μια δουλειά. Την οποία παίρνει πάρα πολύ σοβαρά. Για να διατηρεί όμορφο το σώμα του, ‘το εργαλείο της δουλειά του’, δεν τρώει αλάτι, ούτε ζάχαρη, δεν πίνει, δεν καπνίζει, γυμνάζεται καθημερινά, έχει περισσότερα καλλυντικά στο μπάνιο του απ’ ότι έχω εγώ... Είναι ‘επαγγελματίας’. Μεταξύ μας, από την άλλη, έχουμε κάτι εντελώς διαφορετικό».

Η Βίκυ κοντεύει να με πείσει, αλλά ο Ιάσονας πετάγεται να υπογραμμίσει και την ιδιάζουσα λεπτομέρεια που ίσως κάνει την διαφορά: «Είναι αγγλίδα- μια ελληνίδα δεν θα μπορούσε ποτέ να αποδεχτεί την ζωή μου. Το έχω δοκιμάσει. Ήταν μόνο φωνές και ζήλιες…».

Αργότερα -είναι πια όλος δικός μου- αλλά εγώ ακόμα δεν μπορώ να ξεπεράσω τις «προκαταλήψεις» μου: γιατί ένας άντρας να προτιμά να πηγαίνει με μεγάλες, αμφιβόλου εμφάνισης και συμπεριφοράς γυναίκες, από το να πιάσει μια άλλη, μια οποιαδήποτε άλλη, δουλειά; Τι χαρά μπορεί να παίρνει από μια ζωή που εκτυλίσσεται στα μουλωχτά, στην οποία διαρκώς μεταμορφώνεται από κυνηγός σε πληρωμένο παιχνιδάκι;
Τον ρωτάω λοιπόν, πως και ξεκίνησε την καριέρα αυτή…

- Είδα μια ταινία: το «Gigolo», με τον Richard Gere… (γέλια). Ήμουν 18άρης, είχα φύγει από το σπίτι των θετών γονιών μου στην Κηφισιά –μια πλούσια οικογένεια, η οποία με υιοθέτησε, μεν, δεν μου έδωσε όμως ποτέ αυτό που λέμε στοργή ή αγάπη. Έτσι, βρισκόμουν μόνος στην Αθήνα φιλοξενούμενος σε έναν φίλο και έπρεπε επιτακτικά να βρω δουλειά. Ωστόσο ήμουν αφενός μικρός και αφετέρου αρκετά καλομαθημένος... Πήγα σε διάφορες αγγελίες, εις μάτην, και όταν είδα την ταινία αυτή, λέω λες; Μου πρώτο- μπήκε η σκέψη. Έβαλα μια αγγελία σε εφημερίδα και έδωσα για τηλέφωνο το σταθερό του φίλου μου, περιμένοντας κάποια να με καλέσει. Υπόψιν τότε ήμουν παρθένος ακόμα. Όταν άρχισε να χτυπάει το τηλέφωνο όμως ήταν μόνο άντρες, που με ρωτούσαν αν είμαι ενεργητικός η παθητικός. Εγώ πέρα από εντελώς στρείτ, δεν ήξερα καν σε τι αναφέρονταν! Κάποτε κλείστηκε τελικά το πρώτο ραντεβού με μία κυρία- και έτσι έχασα την παρθενιά μου: για 15.000 δραχμές την ώρα. Τότε, το 1995, αυτές ήταν οι τιμές: από 10- 30.000 την ώρα Ήταν όμορφα… Την επόμενη μέρα όμως, είχα ένα πρωινό ραντεβού, όχι και τόσο καλό: η κυρία ήταν αρκετά χοντρή…


- Τι γυναίκες σε καλούσαν τότε;
- Τότε στα μέσα του 90, και για τα πρώτα 8 χρόνια ήταν ραντεβού της μίας ώρας. Κάποιες με καλούσαν –σπίτι τους ή σε ξενοδοχείο- τρεις ακόμα και 4 φορές την βδομάδα. Από 25 έως 45 χρονών, μέση κι άνω τάξη. Δεν ξέρω αν ήταν παντρεμένες, γιατί δεν ρωτάω ποτέ λεπτομέρειες, αυτό που ήθελαν πάντως ήταν πολύ διακριτικά να περάσουν καλά.
Τότε ήμουν και κάπως ρομαντικός ακόμα (γέλια)…Ξέρεις, μου άρεσαν τα χάδια, ο αισθησιασμός και νόμιζα πως αυτό αρέσει στις γυναίκες. Αλλά καμία σχέση... Αυτές ήθελαν μόνο να περάσουν καλά. Μες σε μια ώρα, βέβαια, τι άλλο να θέλεις; Επίσης είχα και πολλά ζευγάρια, τα οποία πάλι δεν ενδιαφέρονται για ρομάντζα: ήταν διαρκώς ψεκάστε- σκουπίστε- τελειώσατε. Γι αυτό σταμάτησα να απευθύνομαι μόνο σε αυτή την «πελατεία».

-Τι γυναίκες βλέπεις σήμερα;
Κυρίως ξένες, ευρωπαίες ή αμερικανίδες, που έρχονται στην Ελλάδα. Πρόσφατα με κάλεσε π.χ. μια αμερικανίδα στην Μύκονο. Έμεινα ένα απόγευμα σε ένα πολύ ωραίο ξενοδοχείο, πληρώθηκα 1.500 ευρώ και έφυγα. Και χωρίς να κάνω σεξ. Είναι το «επόμενο στάδιο» ας το πούμε, ενός ζιγκολό: να δουλεύει ως συνοδός. Για μένα το σεξ πια αν προκύψει θα είναι όχι επειδή θέλει η πελάτισσα, αλλά επειδή θα θέλω και εγώ...

- Τότε γιατί σε καλούν;
- Κοίτα, μιλάμε για κυρίες 35, 45 χρονών -ή τόσο δείχνουν τουλάχιστον γιατί με σας δεν ξέρει κανείς ποτέ!- μορφωμένες, καλλιεργημένες που έρχονται στην Ελλάδα για δουλειές. Είναι συνήθως καριερίστριες, μοναχικές οι περισσότερες, ανύπαντρες ή διαζευγμένες, που έχουν ξεπεράσει κάποια κοινωνικά ταμπού. Δεν θέλουν πια να βρουν τον άντρα με τα λεφτά και την καλή δουλειά. Θέλουν απλά να χαλαρώσουν, να περάσουν καλά και ξέρουν να το ζητάνε. Θέλουν να ξεφύγουν. Και το σεξ σε αυτό δεν συμπεριλαμβάνεται απαραιτήτως…

- Πως είναι δηλαδή ένα τυπικό ραντεβού;
- Συνήθως τις παίρνω από το ξενοδοχείο τους και τις πάω σε ένα ωραίο εστιατόριο. Δεν είναι ανάγκη να είναι στο Κολωνάκι, αρκεί να είναι ένα όμορφο μέρος. Τις βλέπω και σαν τουρίστριες που ήρθαν να δουν την Ελλάδα, οπότε όλο το πακέτο πρέπει να είναι άψογο. Μόλις συναντηθούμε, θα μιλήσουμε λίγο για την χώρα μας, θα τις πω δυο πράγματα για την Αθήνα, για τις ομορφιές της, θα την ρωτήσω κάποια πράγματα για την δική της χώρα, αλλά ποτέ τίποτα προσωπικό. Θα κοιτάξω να της κάνω ένα κομπλιμέντο- μόνο όμως αν το εννοώ πραγματικά, αν μου αρέσει στ’ αλήθεια κάτι πάνω της- και μετά, άπαξ και σπάσει ο πάγος, θα μιλήσουμε για ότι θέμα θέλει: πολιτικό, κοινωνικό, σχετικό με την μόδα, την τέχνη, τα πάντα. Φτάνει να χαλαρώσει και να νιώσει άνετα στην αρχή.


- Σε έχει ερωτευτεί ποτέ κάποια;
- Όχι, δεν το αφήνω εγώ. Αν είσαι επαγγελματίας, δεν συμβαίνει. Είμαι ζεστός, αλλά όχι οικείος ώστε να θέλουν να το προχωρήσουν. Αλλά είπαμε: έρχονται και για λίγο…

- Πόσο κοστίζεις;
- 200 ευρώ την ώρα. Εξαρτάται, όμως, από τις ώρες που θα με κλείσουν και από τι θα συμβεί μετά. Μια έξοδος από τις 8 έως τις 12 το βράδυ, για φαγητό συνήθως κοστίζει 500- 600 ευρώ.

- Από που σε βρίσκουν;
- Μέσω ίντερνετ κυρίως- είμαι σε διάφορα σάιτ με φωτογραφίες, περιγραφές, τιμές, τα πάντα. Οι ξένες, επίσης, αν κάποια μείνει ευχαριστημένη, θα με συστήσει και στις φίλες της. Και αν κάποια φίλη δεν σκοπεύει να έρθει άμεσα στην Ελλάδα, με καλούν στο εξωτερικό. Στη χώρα τους, ή σε κάποιο βαρετό επαγγελματικό ταξίδι, στο οποίο αντί για μόνες, προτιμούν να συνοδεύονται από κάποιον νεαρό όλο το τριήμερο...

- Είναι αμήχανη η στιγμή της πληρωμής;
- Όχι: όταν έχω κάνει τα πάντα, ό,τι μπορώ για να περάσουν καλά, νιώθω και εγώ οκ, και οι ίδιες. Τα αφήνουν κάπου, σε ένα τραπεζάκι, δεν είναι σπουδαία στιγμή.

- Και όλο το βράδυ κερνά η γυναίκα;
- Ε, ναι (γέλια). Πολλές όμως επιμένουν να μου δίνουν τα χρήματα στο εστιατόριο για να φαίνεται ότι πληρώνω εγώ τον σερβιτόρο. Κυρίως οι ελληνίδες, οι κυρίες του εξωτερικού όχι τόσο. Οι ελληνίδες ακόμα και στον καφέ θυμάμαι παλιότερα, όταν ήμουν 20άρης, μου έδιναν οι 40άρες τα λεφτά κάτω από το τραπέζι να πληρώσω εγώ… Μα φαίνεται η διαφορά- κάνει μπαμ! Αν δεν είμαι γιος σου, τότε τι είμαι; Έτσι είναι, όμως, οι περισσότερες Ελληνίδες: ντρέπονται να κυκλοφορήσουν μαζί μου. Είναι γεμάτες ενοχές.

- Γιατί;
- Κοίτα: υπάρχει ο ζιγκολό που πουλάει έρωτα: Σε προσεγγίζει, χτίζει μια επαφή, περιμένει να τον ερωτευτείς και με την προϋπόθεση ότι υπάρχει έρωτας από την γυναίκα, ξεκινά μια σχέση. Εννοείται, επίσης, ότι η γυναίκα έχει μια οικονομική επιφάνεια. Ύστερα από λίγο αρχίζει να την «μαδάει». Ε, λοιπόν, με αυτό η Ελληνίδα νιώθει πολύ άνετα. Είναι υποκριτικό, είναι παραμύθι, το ξέρει και η ίδια, αλλά ενδύεται με πέπλα έρωτος…
Την ίδια στιγμή δεν νιώθει άνετη να «πληρώσει» ένα παιδί. Το θεωρεί υποτιμητικό. Βλέπεις η νοοτροπία της Ελληνίδας είναι διαφορετική: πιστεύει ακράδαντα ότι με την κατάλληλη «προετοιμασία», όσο χρονών και αν είναι, μπορεί να βρεί έναν άντρα. Επιπλέον, ο άντρας εδώ ακόμα θεωρείται κυνηγός, δεν «αγοράζεται».

- Στο έχουν περάσει ποτέ αυτό, ότι κάνεις κάτι υποτιμητικό;
- Ναι, συχνά. Οι Ελληνίδες κυρίες μου λένε «μα εσύ δυο μέτρα παλικάρι, τόσο όμορφο παιδί, γιατί κάνεις αυτό το πράγμα»; Συνήθως της απαντάω «Ακριβώς γι αυτό: Επειδή είμαι δυο μέτρα παλικάρι».




- Πόσοι ζιγκολό υπάρχουν στην Ελλάδα;
- Τέτοιο που πουλάνε έρωτα, θα τρομάξεις, αλλά υπάρχουν πάρα πολλοί. Και αρσενικοί και θηλυκοί… Ζιγκολό σαν εμένα δεν ξέρω. Δεν υπάρχει κάποια σχετική μέτρηση… (γέλια) Σίγουρα θα υπάρχουν πάντως και άλλα παιδιά.

- Με πόσες έχεις πάει;
- Δεν ξέρω. Πλέον δεν πάω με πολλές. Αλλά θα είναι μεγάλο το συνολικό νούμερο… Παλιά, υπολόγισε, είχα 5 με10 ραντεβού την μέρα…

-Απολαμβάνεις πια το σεξ;
- Κοίτα, η δική μου απόλαυση είναι όταν η γυναίκα περνά καλά μαζί μου, όταν ευχαριστώ γυναίκες που τους λείπει αυτό το κάτι, που δεν ικανοποιούνται από τον άντρα τους. Που δεν έχουν το θάρρος να του ζητήσουν αυτό που θέλουν επειδή είναι αδιάφορος, επειδή έχει βαρεθεί, επειδή θεωρεί πως «η σύζυγος» πρέπει να είναι «κάπως». Ε, εγώ αυτό που προσπαθώ είναι να μπω στο μυαλό της, να την ανοίξω, να μου πει αυτά που δεν μπορεί να πει στον άντρα της. Πρέπει να της τα βγάλω εγώ- αν δεν το κάνει ο ζιγκολό της, ποίος θα το κάνει; Ποιος άλλος θα ασχοληθεί μαζί της, όσο εγώ; Και είναι μεγαλύτερη η πρόκληση να ικανοποιήσεις γυναίκες 45 ετών, που έχουν μια παγιωμένη σεξουαλική δραστηριότητα, παγιωμένους ρόλους με τους συζύγους, από 25άρες. Από κει λοιπόν ντοπάρομαι… Αν αυτή νιώθει ωραία θα νιώσω και γω.

- Η πιο μεγάλη γυναίκα που σε έχει καλέσει;
-Ήταν 87 χρονών! Δεν έκανα τίποτα, εννοείται. Της είπα: δεν υπάρχει περίπτωση, θα σε αφήσω στον τόπο! Ήταν μια ελληνίδα, σε ένα πολύ κυριλέ διαμέρισμα στην Βασιλίσσης Σοφίας και από το τηλέφωνο με είχε προϊδεάσει «δεν έχεις πρόβλημα με την ηλικία, ε; Γατί τα έχω τα χρονάκια μου»…

- Το πιο περίεργο που σου έχουν ζητήσει;
- Να σφυρίζω κλέφτηκα και να φοράω μπότες... Αυτή μου φώναζε «γεια σου μόρτη»!

- Βιολογικά: πως αντεπεξέρχεσαι;
- Υπάρχουν ιατρικά βοηθήματα. Που σε ‘πιάνουν’ για 36 ώρες...

- Η κρίση σε επηρεάζει;
- Λοιπόν, επειδή η πορνεία όχι μόνο είναι το αρχαιότερο επάγγελμα αλλά πάντα υπήρχαν και αρσενικοί πόρνοι, να ξέρεις πως σε περιόδους κρίσεων το επάγγελμα ανθεί… Ταυτόχρονα ο κόσμος πάει στο ποιοτικό: αν θα τα δώσει, δεν θέλει να τα ξοδέψει από δω και από κει. Και στις γυναίκες συνοδούς παρατηρείται αυτό.


- Οι φίλοι σου σε ζηλεύουν;
- Έχω κάποιους γνωστούς, αυτοί δεν ξέρουν τι κάνω. Συνήθως λέω ψέματα, ξέρεις, άλλα επαγγέλματα, πολιτικός μηχανικός π.χ. Δύο-τρεις φίλοι μου ξέρουν, λένε πως θα ήθελαν να το κάνουν και οι ίδιοι. Για πλάκα μου ζητάνε να τους βάλω και αυτούς στη δουλειά. Συνήθως τους γειώνω. Τους απαντάω πως στην πράξη θα μπορούσαν άραγε να πάνε με μια γυναίκα που δεν τους αρέσει; Ή που δεν εγκρίνουν την συμπεριφορά της; Ή την συμπεριφορά της στο κρεβάτι; Αλλά, γενικά δεν έχω ούτε οικογένεια ούτε πολλούς φίλους. Με αυτή τη δουλειά δεν γίνεται: οι περισσότεροι θα ντραπούν να σε συστήσουν την παρέα τους.

- Δεν σε ενοχλεί αυτό;
- Όχι. Γιατί έχω την κοπέλα μου πια, με την οποία επικοινωνούμε απόλυτα. Όσο για τον καθώς πρέπει τρόπο ζωής, αυτός που ως αξία έχει περάσει, το «οικογένεια- παιδιά – ιδιοκτησία», τον κατανοώ, καλά κάνουν όλοι τους, αλλά για μένα είναι πολύ συντηρητικός. Και να σου πω κάτι: δεν τους ζηλεύω… Βλέπω καθημερινά γύρω μου τέτοια στέρηση, τέτοια σεξουαλική στέρηση εννοώ και τέτοια μοναξιά… Τέτοιο άγχος να πετύχουν τις αξίες αυτές… που απλά δεν τους ζηλεύω. Προτιμώ να ζω μόνος μου, αλλιώς.

Τρίτη, 21 Απριλίου 2009

7+1 δρόμοι για τον Παράδεισο

Υπάρχει ζωή μετά το θάνατο; Κι αν ναι, πώς και πού είναι αυτό το «μετά»; Μεταφυσικά ερωτήματα για μια πορεία που αρχίζει στη γη και καταλήγει στον... ουρανό. Ενας χριστιανός ορθόδοξος ιερέας καθηγητής Θεολογίας και επτά εκπρόσωποι άλλων θρησκευτικών δογμάτων στη χώρα μας δείχνουν το δρόμο και εξηγούν τον τρόπο. Και οι περισσότεροι συμφωνούν πως σημασία έχει το ταξίδι...

Πρώτη Δημοσίευση: Έψιλον, Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας.

Φωτογραφίες: Διονύσης Κρέζίας.

http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=36193









Ιουδαϊσμός
Ιάκωβος Ντ. Αράρ
ραβίνος της Αθήνας

"Να ζεις μια ζωή που πραγαμτικά χαίρεσαι, όχι να τη φοβάσαι"


- Ραβίνε, πώς μπορώ να πάω στον Παράδεισο;
«Εμείς δεν πιστεύουμε στην Κόλαση και στον Παράδεισο. Το μπέρδεμα και η σύγχυση ξεκινά ακριβώς από την προσπάθεια που κάνει ο άνθρωπος να εννοήσει τι γίνεται μετά θάνατον. Ο ιουδαϊσμός σε αυτό το σημείο παροτρύνει να εγκαταλείψουμε κάθε προσπάθεια που τείνει να εξηγήσει το τι γίνεται μετά, καταδικάζει τη φαντασία που οργιάζει γύρω από το θέμα και απαγορεύει την παρακολούθηση ερευνών, νεκρομαντειών και λοιπόν επικίνδυνων θεωριών για τη μετά θάνατον ζωή. Συμβουλεύει, αντιθέτως, να ασχοληθούμε με πράγματα γόνιμα και δημιουργικά όχι με ασαφείς έρευνες. Πρέπει να ερευνήσουμε τα πράγματα που μπορούμε να συλλάβουμε: αυτό που είναι ορατό μπροστά μας, ακολουθώντας τους νόμους που μας δόθηκαν στο όρος Σινά και είναι μέσα στο Τορά. Ολη μας η προσπάθεια πρέπει, λοιπόν, να πηγαίνει στο πώς θα βρούμε τον τρόπο να ζούμε μια ζωή τίμια, ενάρετη, δίκαια, μια ζωή που πραγματικά θα χαίρεται κανένας να τη ζει, όχι να την φοβάται. Ετσι δεν χρειάζεται να κοιτάμε ούτε προς τα πάνω ούτε προς τα πίσω αλλά ούτε και προς τα κάτω: μόνο μπροστά, ακολουθώντας το γράμμα του Θεού. Αλλωστε, ο καλός εβραίος κρίνεται πάνω απ' όλα από τη συμπεριφορά του. Ούτε από τις γνώσεις του, ούτε από τη θρησκευτικότητά του: κρίνεται από τις πράξεις του. Ο ιουδαϊσμός είναι κυρίως ένας τρόπος ζωής».

- Γιατί όμως δεν ασχολείστε με αυτό το θέμα;
«Διότι ο άνθρωπος μπορεί όντως να πετύχει -κυρίως στον τεχνικό τομέα- εξαιρετικά πράγματα: το βλέπουμε κάθε μέρα με τις ανακαλύψεις του, που είναι τόσες που πια δεν τις προλαβαίνουμε! Αλλά και πάλι δεν μπορεί να τα πετύχει όλα, να τα καταλάβει όλα: δεν μπορεί το περιορισμένο -που είναι το ποσοστό της φαιάς ουσίας που χρησιμοποιεί ο άνθρωπος- να συλλάβει το απεριόριστο, που είναι ο Θεός. Η πραγματική ουσία του Θεού μένει άγνωστη. Δεν ξέρουμε ούτε την αρχή ούτε το τέλος Του. Το ότι υπάρχει όμως η αθανασία της ψυχής, υπάρχει. Απλώς ανήκει, ας μου επιτραπεί η έκφραση, στη θεϊκή σφαίρα...»



INFO:
Ιουδαϊσμός είναι η παραδοσιακή θρησκεία των ανά τον κόσμο εβραίων με περίπου 15 εκατομμύρια πιστούς. Θεωρείται η πρώτη μονοθεϊστική θρησκεία, παρακλάδια της οποίας είναι ο χριστιανισμός και ο μωαμεθανισμός.
Στις αρχές του 20ού αιώνα και μετά τις προσαρτήσεις εδαφών κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους (1912-13) ο αριθμός των εβραίων της Ελλάδας έφθανε τους 100.000.
Ωστόσο, κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο οι ισραηλιτικές κοινότητες της Ελλάδας αποδεκατίστηκαν, καθώς η πλειοψηφία των μελών τους δολοφονήθηκε στα ναζιστικά στρατόπεδα θανάτου. Οι απώλειες έφτασαν το 87% του προπολεμικού εβραϊκού πληθυσμού της Ελλάδος, από τα υψηλότερα ποσοστά της Ευρώπης.
Σήμερα, οι εβραίοι της Ελλάδας αριθμούν 5.500 άτομα και είναι οργανωμένοι σε 8 εβραϊκές κοινότητες.









Βουδισμός
Σταμάτης Πολίτης
βουδιστής λάμα


«Το κάρμα δεν είναι μια τυχαία μοίρα, αλλά το "θα θερίσεις ό,τι σπείρεις"».



- Τι γίνεται όταν πεθαίνει ένας βουδιστής;

«Στο βουδισμό υπάρχει η έννοια της συνέχειας. Ολα είναι μια συνεχής εναλλαγή. Και ο θάνατος είναι μια ενδιάμεση κατάσταση, μια "στάση" λίγο πριν τον επόμενο κύκλο. Σύμφωνα με τη βουδιστική παράδοση ο νεκρός έχει πέσει σε κάτι σαν έναν βαθύ ύπνο και βιώνει διάφορες εμπειρίες. Τότε μπορεί να δει αυτά που χρόνια διαλογιζόταν σαν απόλυτη εμπειρία: να βιώσει την απόλυτη αλήθεια. Ο ύπνος κρατά 3,5 μέρες - μετά τον ξυπνά η συνείδησή του. Η συνείδησή μας είναι κάτι σαν τον σκληρό μας δίσκο: υπάρχει μέσα μας, σαν μια δύναμη. Οταν η δύναμη αυτή δραστηριοποιείται, "ξυπνά" αυτόν που ονομάζαμε "νεκρό", ο οποίος τώρα αντιλαμβάνεται ότι έχει πεθάνει, συνειδητοποιεί ότι έχει αφήσει το σώμα του. Φυσικά η φάση αυτή εμπεριέχει μεγάλη αίσθηση οδύνης, λόγω της απώλειας του οικείου, επειδή έχει ξεκολλήσει από ό,τι ξέρει και αγαπά. Είναι πρωτόγνωρο, σοκαριστικό, γεννά τρομερή ανασφάλεια».




- Ποιος καθορίζει το πού θα πάμε;

«Από τη μέρα που η συνείδηση του νεκρού ξυπνά ξανά, και μέσα σε 49 ημέρες, γίνεται η επόμενη επαναγέννηση. Ο,τι πούμε, κάνουμε ή σκεφτούμε στη ζωή αυτή δημιουργεί μια αιτία. Κι η αιτία αυτή θα δώσει ένα αποτέλεσμα. Μια θετική αιτία, μια θετική, ας πούμε, πράξη, θα δημιουργήσει ένα θετικό αποτέλεσμα στη ροή της συνείδησης. Κάθε φορά που κάνουμε μια πράξη, το δυναμικό που παίρνουμε διαφέρει. Αυτό το δυναμικό είναι το κάρμα. Αυτό δημιουργεί το καλούπι, τη μήτρα της επόμενης ζωής μας».


- Ποιες θεωρούνται «καλές πράξεις»;
«Ο,τι θετικό κάνουμε που δεν σχετίζεται με την ικανοποίηση του εαυτού μας. Συσσωρεύοντας μη εγωκεντρικές πράξεις μορφοποιούμε το καλούπι της επόμενης ζωής. Ο ζηλόφθονας ή πανούργος φτιάχνει ένα άλλο καλούπι...Δεν μας κρίνει κανένας αλλά ούτε μας βοηθά κανένας. Ο,τι έχουμε οι ίδιοι μαζέψει στη διάρκεια της ζωής μας είναι η "προίκα" μας για μετά. Στη βουδιστική παράδοση δεν θεωρούμε ότι υπάρχει κάποιος Θεός-δημιουργός. Την εξέλιξη τη φτιάχνει ο καθένας και τη δημιουργεί κάθε στιγμή. Ετσι, δεν λογοδοτούμε σε κανέναν.
Αν και δεν αρέσει στους ανθρώπους, οι οποίοι θέλουν πάντα να έχουν τον έλεγχο, μπορούμε σχηματικά να πούμε πως η μεταθανάτια φάση είναι σαν μια βαρκούλα με ένα πανί, όπου υπάρχει αεράκι αλλά δεν υπάρχει τιμόνι. Η βαρκούλα είναι η συνείδησή μας. Το αεράκι είναι η δύναμη των πράξεών μας. Εφόσον δεν υπάρχει πλέον τιμόνι, γιατί κι εμείς δεν έχουμε πια χέρια ή πόδια, οδηγούμαστε εκεί που μας πάει το αεράκι. Αυτό το αεράκι, λοιπόν, το κάρμα μας, μας οδηγεί στην επόμενη επαναγέννηση.
Το κάρμα δεν είναι μια τυχαία μοίρα, αλλά κάτι που δομείται σύμφωνα με τις πράξεις, τις σκέψεις ή το λόγο μας. Είναι αυτό που οι Ελληνες ονομάζουμε "θα θερίσεις ό,τι σπείρεις", ή "όπως έστρωσες θα κοιμηθείς"».

INFO:

Ο βουδισμός είναι μια θρησκεία βασισμένη στη διδασκαλία του Siddhartha Gautama, γνωστού και ως Βούδα (Πεφωτισμένος). Ο Βούδας γεννήθηκε στην περιοχή του Νεπάλ περίπου το 500 π.Χ. ως πρίγκιπας. Στη ηλικία των 29 ετών, όμως, εγκατέλειψε τις ανέσεις του βασιλικού οίκου για να αναζητήσει το νόημα της οδύνης που αντίκριζε γύρω του.
Σήμερα, υπολογίζεται πως υπάρχουν πάνω από 265 εκατομμύρια βουδιστές παγκοσμίως, ενώ στην Ελλάδα ο αριθμός τους εκτιμάται ότι βρίσκεται κάπου μεταξύ πέντε και δέκα χιλιάδων.
Ο Σταμάτης Πολίτης έχει αφιερώσει τα τελευταία 25 χρόνια της ζωής του στη μελέτη της θιβιετανής βουδιστικής παράδοσης. Υστερα από τρεισήμισι χρόνια απόλυτης απομόνωσης στο εξωτερικό και άλλα δέκα χρόνια ημιαπομόνωσης στην Ελλάδα χρίστηκε λάμα από μια σημαντική δασκάλα, τη Μιντρολίνγκ Τζέτσουν.







ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ
Πάτερ Παναγιώτης Κανταρτζής
Α' Ευαγγελική Εκκλησία Αθηνών



«Κανείς δεν πάει στον Παράδεισο. Ο Θεός τον φέρνει εκεί».




- Πάτερ, τι πρέπει να κάνω για να πάω στον Παράδεισο;
«Τίποτα! Η χριστιανική πίστη λέει ότι τα έκανε όλα ο Θεός. Λέει ότι ο Θεός ήρθε μέσω του Χριστού στη θέση μας και πλήρωσε Εκείνος την ενοχή μας. Αρα με αυτή την έννοια δεν χρειάζεται να κάνεις τίποτα για να πας στον Παράδεισο.
Δεν χρειάζεται να είμαι καλός, να προσπαθώ, να δείχνω: αφού ξέρω ότι δεν είμαι καλός! Ή τουλάχιστον αρκετά καλός! Ή αν νομίζω ότι είμαι καλός, ε, μάλλον τότε έχω άλλου είδους προβλήματα...
Οι κανόνες, οι ηθικοί, τα μη και τα πρέπει του θείου θελήματος είναι σαν τις ράγες του τρένου πάνω στις οποίες πρέπει να κινούμαστε. Ο άνθρωπος τι κάνει; Τις σηκώνει και τις ανεβάζει ψηλά να φτιάξει σκάλα για τον ουρανό. Και αρχίζει να σκαρφαλώνει... Ετσι παίρνει κάτι καλό και το μετατρέπει σε κάτι προβληματικό. Διότι σκαρφαλώνοντας λέει εγώ θα κάνω αυτό και εκείνο και θα βελτιωθώ, μέσω της αγαθοεργίας, της στέρησης, του ασκητισμού κτλ. Μα Αυτός τα έκανε ήδη όλα για μας!
Απλώς ο άνθρωπος δυσκολεύεται πάρα πολύ να δεχτεί κάτι τέτοιο επειδή τον ταπεινώνει. Γι' αυτό και πολλοί επιλέγουν τη θρησκεία και όχι τον χριστό. Ρωτάνε «πες μου τι να κάνω, και θα το κάνω!». Γιατί στο τέλος αυτό τους κάνει να νιώθουν καλά. Το να μπορούν να πουν δες, προσπάθησα, τα κατάφερα. Νομίζουν ότι ο Παράδεισος είναι επιβράβευση. Ε, λοιπόν, ο Παράδεισος δεν είναι επιβράβευση: είναι ένα δώρο.
Θυμηθείτε τον ληστή πάνω στον σταυρό. Τι πρόλαβε να δείξει και να αποδείξει στον Χριστό που τον έσωσε; Το μόνο που του είπε ήταν "τα έκανα θάλασσα, άξια βρίσκομαι εδώ, σώσε με, ρίχνομαι στο έλεός σου". Αρα κανείς δεν πάει στον Παράδεισο. Ο Θεός τον φέρνει εκεί. Και αυτό στη γλώσσα της Καινής Διαθήκης είναι μια πολύ σημαντική λέξη για μας, λέγεται "Πίστη"».


- Πάτερ, έχετε διαβάσει το πρόσφατο βιβλίο του Γιάλομ για το θάνατο;
«Ναι, και μου αρέσει πολύ ο Γιάλομ. Εχω διαβάσει όλα τα βιβλία του, αν και το "Οταν έκλαψε ο Νίτσε" μου άρεσε παραπάνω. Ο Γιάλομ όμως αυτό που κάνει σε αυτό το βιβλίο είναι ότι παραδέχεται πως δεν υπάρχει καμία επαρκής ανθρώπινη απάντηση απέναντι στο φόβο του θανάτου. Ουσιαστικά λέει "ξέχασέ τον". Είναι σαν να λες σε κάποιον "τώρα μην έχεις άγχος". Μα αφού έχει! Του λέει γιατί δεν ξεχνάς το φόβο του θανάτου; Μα αυτός ο φόβος είναι ριζωμένος μέσα μας επί χιλιάδες χρόνια. Να δεχθούμε ότι είναι μια απλή ψυχωτική ανωμαλία και να τελειώνουμε με το ζήτημα; Θεωρώ, λοιπόν, πως ο Γιάλομ δεν λέει τίποτα παραπάνω από το τραγούδι «μια ζωή την έχουμε, και αν δεν την γλεντήσουμε» - απλώς το λέει πιο επιστημονικά! Δεν απαντά. Προτείνει να μη σκεφτόμαστε την ερώτηση. Και αυτό είναι ασφαλώς δεκτό, αλλά προσωπικά το εκλαμβάνω μόνο ως μηχανισμό άμυνας και ως υπεκφυγή».



INFO:
Ο προτεσταντισμός εμφανίστηκε το 16ο αιώνα στη Γερμανία, με πρωτεργάτη τον μοναχό Μαρτίνο Λούθηρο. Ο Λούθηρος, μελετώντας την προς Ρωμαίους επιστολή του Αποστόλου Παύλου, διαφώνησε με τα «συχωροχάρτια» που μοίραζε το Βατικανό, πεπεισμένος πως η σωτηρία της ψυχής είναι αποτέλεσμα της Θείας Χάριτος και της πίστης, όχι των αγαθοεργιών. Οι 95 θέσεις του κατόπιν αποτέλεσαν μια ευθεία επίθεση κατά του παπισμού.
Οι προτεστάντες σε όλο τον κόσμο υπολογίζονται σε 382 εκατ. πιστούς ενώ οι Έλληνες ευαγγελικοί είναι περίπου 30.000, αλλά ο αριθμός τους αυξάνει πολύ αν προσμετρηθούν οι μετανάστες που ανήκουν σε διάφορα παρακλάδια της Ευαγγελική Εκκλησίας.
«Κόλαση», μας λέει ο Παναγιώτης Κανταρτζής, «είναι η απουσία του Θεού. Η Λίμνη Πυρός της Αποκάλυψης είναι μόνον μια εικόνα. Κάτι ωστόσο θα μας καίει...».






Σιχισμός
Παραμτζίτ Σινγκού
ινδός ιερέας των σιχ

«Εδώ είναι ο Παράδεισος κι η Κόλαση εδώ».




- Υπάρχει Κόλαση και Παράδεισος;
«Οχι, εμείς πιστεύουμε πως μετά το θάνατο ο άνθρωπος ενώνεται με το σύμπαν, όπως μια σταγόνα νερό ενώνεται με τον ωκεανό. Η ατομικότητα, δηλαδή, χάνεται. Και δεν πιστεύουμε στην Κόλαση και στον Παράδεισο: και τα δύο είναι εδώ μπροστά μας. Τον Παράδεισο μπορεί να τον βιώσει κανείς όσο ακόμα είναι ζωντανός, αν συντονιστεί με τον Θεό. Αντίστροφα, ο πόνος και τα βάσανα που προκαλεί το εγώ μας είναι η επί γης Κόλαση. Ετσι, ο σιχισμός βλέπει την πνευματική αναζήτηση ως μια καθημερινή θετική εμπειρία που υπερβαίνει το θάνατο, όχι ως θυσία που γίνεται για να ανταμειφθεί κανείς μετά από αυτόν.
Επίσης, υπερασπιζόμαστε τη μετενσάρκωση, την ιδέα ότι το ίδιο πνεύμα μπορεί κυκλικά να επανέρχεται στη ζωή πολλές φορές, όπως η σταγόνα νερού μπορεί πολλές φορές να εξατμιστεί και να ξαναγίνει νερό, ή όπως ένα άτομο μπορεί να συμμετέχει στην ολοκλήρωση πολλών και διαφορετικών μορίων».
- Ενθαρρύνετε τους πιστούς σας να διερευνούν αυτή τη μετά θάνατο εξέλιξη;
«Οχι και τόσο, κυρίως γιατί ο σιχισμός είναι μια θρησκεία που ενδιαφέρεται πάνω από όλα για τη ζωή, για τον κόσμο στον οποίο τώρα ζούμε. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με παλιότερα μοναστικά κυρίως πιστεύω που επικεντρώνονταν κατά βάση στη μετενσάρκωση και στη μετά το θάνατο επαναγέννηση. Εμείς ενθαρρύνουμε τους πιστούς μας να επικεντρώνονται όσο γίνεται σε αυτή τη ζωή, και όχι να αναρωτιούνται γύρω από το τι θα τους συμβεί αφού πεθάνουν. Η ζωή, βλέπετε, είναι μια σπάνια και πολύτιμη ευκαιρία που δεν πρέπει να σπαταλάμε...»

INFO:
Ο σιχισμός ιδρύθηκε από τον γκούρου Νάνακ στις αρχές του 16ου αιώνα σε μια προσπάθεια να ενώσει τα καλύτερα στοιχεία του ινδουισμού και του ισλαμισμού. Θεωρούσε πως επειδή υπάρχει μόνο ένας Θεός, πρέπει όλοι να είμαστε αδέλφια. Σήμερα αποτελεί τη θρησκεία περίπου 22 εκατομμυρίων ανθρώπων.
Ο μεγαλύτερος ναός των σιχ -που στη γλώσσα χίντι σημαίνει μαθητής- στην Αθήνα βρίσκεται στον Ταύρο, σε ένα τετραώροφο βιομηχανικό κτήριο. Εκεί διατίθεται συσσίτιο, κρεβάτια για τους ταξιδιώτες, ενώ τις Κυριακές μαζεύονται πάνω από 500 πιστοί για την ακολουθία. Ωστόσο, αν και στην Ελλάδα ζουν περίπου 20.000 Ινδοί, το 80% των οποίων είναι σιχ, μόλις 3.000 μένουν στην Αθήνα: οι περισσότεροι ζουν στην επαρχία, καθώς εργάζονται σε χωράφια και αγροτικές καλλιέργειες.


Μορμόνοι
Γιάννης Γαλανός
πρόεδρος της Εκκλησίας των Αγίων των Τελευταίων Ημερών



«Οσο πιο κακός είσαι τόσο πιο πολύ θα αργήσεις να αναστηθείς».


-Πού πάμε μετά από δω;
«Για να καταλάβουμε πού πηγαίνουμε μετά, πρέπει πρώτα να ρωτήσουμε από πού ήρθαμε και το γιατί είμαστε εδώ. Αυτές είναι οι τρεις ερωτήσεις που απασχολούν, νομίζω, όλη την ανθρωπότητα. Εμείς πιστεύουμε πως είμαστε πνευματικά παιδιά ενός επουράνιου πατέρα. Οταν ζούσαμε μαζί του ήμασταν σε έναν κόσμο πνευμάτων, δεν είχαμε σώμα. Αλλά ο Πατέρας μας είχε σώμα, από σάρκα και οστά και μας αγαπούσε τόσο πολύ που ήθελε να γίνουμε σαν Εκείνον. Μας πρότεινε λοιπόν έναν Σχέδιο Σωτηρίας. Αυτοί που το ακολούθησαν ήρθαν σε αυτή εδώ τη γη. Οταν θα πεθάνουμε αυτό το σώμα που έχουμε, το ατελές, θα πάει κάτω στο χώμα, να το φάνε τα σκουλήκια. Αλλά η ψυχή μας, που είναι αθάνατη, θα γυρίσει στον κόσμο των Πνευμάτων. Το πώς θα ζήσουμε τη ζωή μας σε αυτό το σύντομο μεσοδιάστημα πάνω στη γη, είναι αυτό που μετράει και καθορίζει το μετά...»

Και τι θα γίνει στον κόσμο των Πνευμάτων;
«Εκεί, όσοι δεν έχουν ακούσει για τον Χριστό, θα διδαχθούν. Επίσης, όσοι έχουν ζήσει μια καλή ζωή, ανεξαρτήτως θρησκείας, αν ζούσαν δηλαδή πιστοί στους ηθικούς νόμους που γνωρίζανε, θα είναι στον Παράδεισο. Δεν θα νιώθουν να τους βαραίνουν ανομίες. Αυτοί όμως που δεν έζησαν σύμφωνα με τους πνευματικούς τους νόμους θα βιώνουν μια όλαση, όχι εξωτερική αλλά εγκεφαλική...
Εκεί θα περιμένουμε όλοι, λοιπόν, μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία. Διότι ο Χριστός θα έρθει για 1.000 χρόνια να βασιλέψει και να νικήσει τον Σατανά. Οσοι ήταν καλοί, θα αναστηθούν στην αρχή αυτής της χιλιετίας. Οσο πιο κακός ο άνθρωπος, τόσο πιο αργά θα αναστηθεί: για να έχει το χρόνο να μάθει και να αλλάξει.
Στο τέλος, θα σταθούμε μπροστά στον Χριστό για να μας κρίνει. Και το μεγαλύτερο δώρο Του είναι πως αυτοί που τότε θα έχουν ζήσει μια καλή ζωή, αυτοί θα μπορέσουν τελικά να ξαναενωθούν με τις οικογένειές τους. Με αυτό κατά νου, ο κόσμος δεν θα χρειάζεται πια να φοβάται το θάνατο. Διότι ξέρω πως αν πεθάνω και έχω ζήσει μια καλή ζωή, τη γυναίκα μου, με την οποία έχω ενωθεί στον ιερό ναό της Εκκλησίας μας και την οποία αγαπώ μια ολόκληρη ζωή, το ξέρω ότι θα ξαναενωθώ μαζί της. Οπως και με όλα μου τα παιδιά και τα εγγόνια. Μια αιώνια ζωή χωρίς αυτούς, άλλωστε, δεν θα είχε κανένα απολύτως νόημα...»

Ποιοι θεωρούνται «καλοί άνθρωποι»;
«Αυτοί που ασχέτως θρησκείας κάνουν μια καλή ζωή βοηθώντας τους άλλους. Ξέρω πολλούς βουδιστές, μουσουλμάνους, χριστιανούς από άλλες εκκλησίες και άθεους που ζουν καλές και τίμιες ζωές. Ευτυχώς εμείς δεν θα χρειαστεί να δικάσουμε κανέναν. Θα το κάνει ο Θεός. Το μόνο που πρέπει να κάνουμε εμείς είναι να ζήσουμε την καλύτερη ζωή που μπορούμε να ζήσουμε: να φερόμαστε καλά και να τιμούμε όλη την οικογένειά μας, να μην κλέβουμε, να μην σκοτώνουμε και να προσπαθούμε συνέχεια για το καλύτερο».


INFO:
Η Εκκλησία του Ιησού Χριστού των Αγίων των Τελευταίων Ημερών είναι μια αίρεση του προτεσταντισμού που ιδρύθηκε το 1830 από τον Τζόζεφ Σμιθ στη Νέα Υόρκη, ο οποίος θεωρείται από τους πιστούς της ως προφήτης. Τα μέλη της βασίζουν τη διδασκαλία τους στην Αγία Γραφή και στο Βιβλίο του Μόρμον. Παγκοσμίως αριθμούν περισσότερα από 13 εκατομμύρια μέλη, ενώ στην Ελλάδα ζουν περίπου 500 πιστοί της. Ο πρόεδρος της Εκκλησίας στην Ελλάδα είναι ο ελληνοαυστραλός Ιωάννης Γαλανός που ήρθε στη χώρα μας μαζί με τη σύζυγο του σε ιεραποστολή. Παρότι οι μορμόνοι αυτοπροσδιορίζονται χριστιανοί, η Εκκλησία τους θεωρείται «περιθωριακή» από τις επίσημες χριστιανικές Εκκλησίες.


Ισλαμ Ζακρέμ Αχίντ
πακιστανός ιμάμης

«Στην Κόλαση οι φλόγες είναι 70.000 φορές πιο καυτές από την κανονική φωτιά».

- Πού πάει ένας μουσουλμάνος όταν πεθάνει;
«Οταν κάποιος πεθάνει δεν απομακρύνεται από τον Αλλάχ, απλώς αρχίζει η άλλη του ζωή. Αν ο μουσουλμάνος αυτός υπήρξε πιστός, η ψυχή του πάει στην Jannah, δηλαδή στον Παράδεισο. Ο Παράδεισος είναι το πιο όμορφο μέρος, όμοιο του οποίου δεν έχει ποτέ κανείς δει! Είναι γεμάτο φως και δόξα, με ποτάμια από μέλι και νερό και όπου ό,τι και αν σκεφτείς πως θέλεις, θα έρθει και θα ακουμπήσει μπροστά σου, πριν ακόμα το πεις, πριν το αναζητήσεις, φτάνει μόνο να το σκεφτείς...»
-Πώς μπορώ να πάω σε αυτόν τον Παράδεισο;
«Αν κάνεις καλές πράξεις, αν βοηθάς τους ανθρώπους όπου μπορείς, αν είσαι γεμάτος αγάπη και καλοσύνη. Πρέπει επίσης να προσεύχεσαι στο Θεό και να πιστεύεις όλους τους προφήτες. Και αν καταλάβεις το πραγματικό νόημα του ισλάμ, αν πιστεύεις στ' αλήθεια και κάνεις ό,τι επιτάσσει το ισλάμ, δεν θα φοβάσαι πια το θάνατο. Διότι σε αυτόν τον κόσμο ερχόμαστε γυμνοί χωρίς τίποτα. Επίσης όταν φεύγουμε μετά από 10, 50 ή 100 χρόνια ό,τι και αν έχουμε αποκτήσει στο ενδιάμεσο -παιδιά, οικογένεια, πλούτη- όλα τα αφήνουμε και πάλι πίσω και ξαναφεύγουμε με άδεια χέρια. Το μόνο που παίρνουμε μαζί μας, το μόνο που θα μας χρειαστεί εκείνη τη στιγμή, είναι οι καλές μας πράξεις και η αγάπη που θα έχουμε δείξει».
- Η Κόλαση;
«Ναι, υπάρχει! Πάντα υπάρχουν δύο δρόμοι: όταν ο Δημιουργός έφτιαξε τον κόσμο τον έκανε να έχει δύο δρόμους, τον καλό και τον κακό. Αν κάνεις πράξεις κατά των ανθρώπων, κατά της αγάπης και δεν βοηθάς τους συνανθρώπους σου τότε, ναι, θα πας στην Κόλαση. Και εκεί οι φλόγες καίνε 70 χιλιάδες φορές πιο καυτές από την κανονική φωτιά, αιώνια...»


INFO:

Το ισλάμ είναι μια μονοθεϊστική θρησκεία η οποία διαμορφώθηκε με το κήρυγμα και τη δράση του Προφήτη Μωάμεθ στις αρχές του 7ου αιώνα. Η λέξη ισλάμ σημαίνει υποταγή, υποδηλώνοντας την απόλυτη υποταγή στον Θεό, ενώ το Κοράνι είναι το θεμέλιο της θρησκείας αυτής. Παγκοσμίως εκτιμάται ότι υπάρχουν 1,4 δισ. μουσουλμάνοι. Το ισλάμ έτσι θεωρείται η δεύτερη μεγαλύτερη θρησκεία μετά το χριστιανισμό.
Στη μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης ζουν περίπου 100.000 ενώ στην Αθήνα 700.000 μουσουλμάνοι διάφορων εθνικοτήτων.
Πάνω από 400 πακιστανοί πιστοί του κέντρου της Αθήνας συγκεντρώνονται στον ειδικά διαμορφωμένο ισόγειο χώρο στην οδό Αχαρνών, όπου ιμάμης είναι ο Ζακρέμ Αχίντ. Το τζαμί αυτό αποτελεί σημείο συνάντησης.



Καθολικισμός
Πάτερ Ιωάννης
καθολικός ιερέας του Ιερού Ναού Αγίου Παύλου


«Για τη μετά θάνατον ζωή δεν μπορώ να σου μιλήσω αν δεν είσαι χριστιανή».

- Πώς πάμε στον Παράδεισο, πάτερ;
«Για τη μετά θάνατον ζωή δεν μπορώ να σου μιλήσω αν δεν είσαι χριστιανή. Δεν γίνεται. Ο άνθρωπος στη φύση του παίρνει τη φύση από τη φύση: άνδρας, γυναίκα, γονείς, γέννηση. Αυτό που επεμβαίνει μέσα στην παρουσία του ανθρώπου είναι το πνεύμα. Είναι το λεγόμενο κατ' εικόνα κι ομοίωση του Θεού. Εσείς όταν μου δώσετε κάτι, δεν θα θελήσετε να το πάρετε πίσω; Ε, ο Θεός μου έχει δώσει το κατ' εικόνα και ομοίωση, το οποίο ο Απόστολος Παύλος αναφέρει ως ο ναός του Αγίου Πνεύματος. Πού θα πάει αυτό; Θα καταστραφεί όπως το σώμα; Ή θα επιστρέψει εκεί από όπου ήρθε; Δεν μπορείς να μιλάς για Παράδεισο λοιπόν, αλλά ούτε για Πάσχα, αν δεν πιστεύεις στη ζωή κοντά στον Χριστό».
-Αν σας έλεγα ότι δεν πιστεύω, τι θα μου απαντούσατε για το μετά;
«Θα κοίταζα να δω τι αρχές έχεις. Αν είσαι της ύλης ή του πνεύματος. Αν ήσουν της ύλης, η ύλη καταστρέφεται μέσα στη γη. Ενας που πιστεύει μόνο στην ύλη -ότι δεν υπάρχει τίποτε άλλο εκτός από το σώμα του-, αυτόν δεν μπορείς να τον πας μέσω συζήτησης παραπέρα, στο πνεύμα. Εχω αντιμετωπίσει τέτοια άτομα αρκετές φορές και κουβεντιάζοντας φτάνουμε ως ένα σημείο όπου απλώς μου λένε, "Πατέρα πολύ ωραία αυτά που λες" κι εγώ τους απαντώ "πολύ ωραία αυτά που λες κι εσύ" και τέλος.
Οταν τον ρωτάς όμως, καλά το πνεύμα σου θες να καταστραφεί, εγωιστικά και μόνο σου απαντά όχι. Ετσι είναι ο άνθρωπος, ο ανθρώπινος εγωισμός. Το βλέπω όταν μιλάμε για καύση τον νεκρών. Ερχονται και μου λένε Πατέρα, να με κάψουν; Εμένα; Μόνο με την σκέψη υποφέρουν. Μα εκείνη τη στιγμή που θα σε κάψουνε δεν θα έχεις πια ζωή! Από τη φύση του ο άνθρωπος, αν θα δούμε τις διάφορες φιλοσοφίες και θρησκείες, έχει την τάση να δημιουργεί και να θέλει τον Θεό.
Ενας που δεν πιστεύει, λοιπόν, στη μεταθανάτιο ζωή, δεν την ακουμπά καν. Δεν θα ρωτούσε τίποτα. Αρνείται κάτι που ξέρει γιατί απλούστατα δεν το θέλει. Δικαίωμά του. Αλλά εγώ θα προσπαθήσω να σου φέρω το μήνυμα. Διότι μπορεί να το ακούσεις και ίσως να ξαναγυρίσεις. Θα με βρεις εδώ. Γιατί αυτός είναι ο Χριστός: πάντα σε περιμένει».

INFO:
Η Καθολική ή Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία είναι η πολυπληθέστερη χριστιανική Εκκλησία του κόσμου, με συνολικό αριθμό πιστών που ξεπερνά τα 1,2 δισ. Κεφαλή της Καθολικής Εκκλησίας είναι ο πάπας, ο επίσκοπος Ρώμης, με τωρινό τον πάπα Βενέδικτο ΙΣΤ'.
Στη χώρα μας ο αριθμός των πιστών έχει υπερδιπλασιαστεί τα τελευταία χρόνια από την έλευση καθολικών μεταναστών, ιδίως Πολωνών, Ρουμάνων και Φιλιππινέζων. Ετσι, ενώ οι έλληνες καθολικοί υπολογίζονται στους 50.000, πλέον ο συνολικός αριθμός των εν Ελλάδι καθολικών ξεπερνά τις 200.000.

Ορθοδοξία
Πάτερ Νικόλαος Λουδοβίκος
Kαθηγητής στο Ορθόδοξο Ινστιτούτο του Κέμπριτζ, στο πανεπιστήμιο της Ουαλίας και στην Ανώτατη Εκκλησιαστική Ακαδημία της Θεσσαλονίκης

«Ο άνθρωπος θα σωθεί όπως είναι σήμερα, ολόκληρος - ψυχή τε και σώματι».

-Πώς πάμε από δω στον Παράδεισο;
«Ποτέ δεν με ένοιαξε το ερώτημα. Το είπε και ο Νίτσε: δεν έχει σημασία η αιώνια ζωή, αλλά η αιώνια ζωτικότητα. Να το θέσω καλύτερα: δεν με ενδιαφέρει η αιώνια επιβίωση ενός κομματιού της ύπαρξής μου, της ψυχής μου, στο χρόνο. Διότι αυτό δεν σημαίνει ότι θα έχω αιώνια ύπαρξη, ότι θα έχω σωματικότητα: ότι θα μπορώ να χαίρομαι, να αγαπώ, να απολαμβάνω ψυχοσωματικά τους άλλους...
Το γεγονός αυτό, ότι η ουσία του ανθρώπου δεν είναι μόνο η ψυχή, είναι άλλωστε και η ανθρωπιστική επανάσταση του χριστιανισμού. Πριν από αυτόν ο Πλάτωνας θεωρούσε το σώμα τάφο της ψυχής και ο Σωκράτης χαιρόταν πριν πεθάνει γιατί έτσι θα ελευθερωνόταν η ψυχή του...
Σε αντίθεση, λοιπόν, με αυτό, στον χριστιανισμό από τον 1ο κιόλας αιώνα το λεγόμενο "κατ' εικόνα" ίσχυε και για το σώμα, που οντολογικά ήταν ίσο πια με την ψυχή. Ο χριστιανισμός μίλησε για το "όλον" αυτού, την πρώτη ολιστική προσέγγιση του ανθρώπου. Αν και η βιβλική έννοια της ψυχής σημαίνει όντως το "όλον", σε ολόκληρη τη Δύση μέσω του Αυγουστίνου δυσκολεύτηκε πολύ να περάσει αυτή η διάσταση. Στη Δύση επικράτησε το cogito ergo sum, όχι π.χ. το ερωτεύομαι άρα υπάρχω.
Ομως, ο άνθρωπος θα σωθεί όπως είναι σήμερα: ολόκληρος. Γι' αυτό άλλωστε και οι πρώτοι χριστιανοί είχαν προκαλέσει τη μήνι των φιλοσόφων, οι οποίοι τους αποκαλούσαν υλιστές. Και αυτό, αλήθεια, είναι ο χριστιανισμός: ένας ιερός υλισμός. Δεν έχει τίποτα το μεταφυσικό. Και το σώμα είναι τόσο σημαντικό που αξίζει να αναστηθεί. Διότι αν δεν αναστηθεί το σώμα, δύο τινά μπορεί να συμβαίνουν: ή δεν το έφτιαξε ο Θεός, ή δεν είναι αρκετά Θεός για να μπορεί να το σώσει...»

- Αυτό πώς θα συμβεί;
«Με το θάνατο αυτό που είμαστε διαλύεται. Το σώμα, ως βαριά δομή, φθείρεται - η ψυχή ως λεπτή δομή και υλικό εκμαγείο του σώματος διατηρείται, διότι μόνο έτσι, μέσω του Θεού, μπορεί να "αναδημιουργηθεί" ο ίδιος άνθρωπος: αυτή είναι η περίφημη Ανάσταση Νεκρών. Αυτό μας το έδειξε ο Χριστός μέσω αυτού που γιορτάζουμε σήμερα, της Ανάστασής Του, αφού αυτός έχει δύο φύσεις: την ανθρώπινη που βίωσε τον πραγματικό θάνατο, και τη θεία, που ζωοποιεί και ο Θεός γίνεται η υπόσταση του φυσικού όντος το όποιο έτσι αφθαρτίζεται.
Η Ανάσταση όλων θα συμβεί - το θέμα είναι αν αυτό θα σημαίνει και μετοχή στο Θεό (αυτό που λέμε Παράδεισο: την υπέρτατη δοτικότητα) ή απλή γνώση του Θεού χωρίς μετοχή, αυτό που λέμε Κόλαση. Και φυσικά τότε δεν είναι ο Θεός αυτός που κολάζει αλλά ο άνθρωπος που διαλέγει αυτή την υπέρτατη φιλαυτία. Αυτά, τώρα, δεν είναι ιδεολογήματα. Την πληρότητα της Χάριτος ο πιστός την κατακτά βλέποντας την ομορφιά, τη βεβαιότητα πέραν του θανάτου. Διότι ο χριστιανισμός πέραν από ιερός υλισμός είναι ένας εμπειρισμός...»


Ορθόδοξη Καθολική και Αποστολική Εκκλησία αποκαλείται το σύνολο των αυτοκέφαλων και αυτόνομων χριστιανικών Εκκλησιών που διοικούνται κατά συλλογικό τρόπο από Συνόδους, έχουν αποδεχτεί το περιεχόμενο των αποφάσεων των επτά πρώτων Οικουμενικών Συνόδων και παραμένουν σε πλήρη κοινωνία μεταξύ τους. Ως αφετηρία τους αξιώνουν τον Ιησού Χριστό και τους Αποστόλους του, μέσω της συνεχούς αποστολικής διαδοχής. Σήμερα ο συνολικός αριθμός των ορθοδόξων υπολογίζεται περίπου σε 300 εκατομμύρια χριστιανούς. Οι όροι ορθόδοξος - ορθοδοξία έχουν χρησιμοποιηθεί παραδοσιακά, στον ελληνόφωνο χριστιανικό κόσμο, προκειμένου να υποδείξουν τις κοινότητες, ή τα άτομα, που διατήρησαν την αληθινή πίστη, σε αντιδιαστολή με εκείνους που κηρύχτηκαν αιρετικοί.